Πρόσφατη νομολογία


1 Απρ 2026

ΜΕφΑθ 4334/2025: Κριτήρια και μέθοδος του ελέγχου νομιμότητας ρητρών μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας

Ρήτρα μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού. Συνιστά περιορισμό της οικονομικής ελευθερίας του εργαζομένου, ο οποίος πρέπει να δικαιολογείται ειδικά. Η ρήτρα αυτή είναι έγκυρη μόνο υπό την προϋπόθεση ότι πράγματι προστατεύει δικαιολογημένο, νόμιμο και άξιο να προστατευθεί συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη. Βάσει του άρθρου 281 ΑΚ ελέγχεται κατά πόσον ο εργοδότης, εκμεταλλευόμενος τη διαπραγματευτική του υπεροπλία, επιβάλλει ως περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας όρους αδιαφανείς ή όρους που θίγουν τα συμφέροντα του εργαζομένου δυσανάλογα με ό,τι θα απαιτείτο για τη διασφάλιση των άξιων προστασίας συμφερόντων του εργοδότη.
Κρίση ότι οι ρήτρες μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού στις συμβάσεις εργασίας των εναγόμενων εργαζομένων είναι άκυρες. Έλεγχος νομιμότητας των ρητρών σε δύο στάδια. Ως προς τους δύο πρώτους εναγόμενους εργαζομένους, που ήταν ανώτερα στελέχη της επιχείρησης, υπήρχε άξιο προστασίας συμφέρον της ενάγουσας εργοδότριας εταιρείας που να δικαιολογεί καταρχήν την επιθυμία της να απαλλαγεί από την ανταγωνιστική δραστηριότητά τους. Αντιθέτως, τέτοιο ειδικό επαγγελματικό συμφέρον δεν υπήρχε ως προς τον τρίτο εναγόμενο εργαζόμενο, που ασκούσε καθήκοντα περιοδεύοντος πωλητή, δηλαδή ήσσονος φύσης. Συνεπώς, ως προς αυτόν τον εργαζόμενο, η ρήτρα κρίθηκε άκυρη ήδη στο πρώτο στάδιο ελέγχου για τον συγκεκριμένο λόγο.
Κατόπιν, στο δεύτερο στάδιο του δικαστικού ελέγχου, κρίθηκε ότι οι ρήτρες μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού πληρούσαν μεν τις προϋποθέσεις της αρχής της διαφάνειας. Όμως παραβίαζαν την αρχή της αναλογικότητας, διότι ο περιορισμός που προκλήθηκε στην οικονομική ελευθερία των εργαζομένων ήταν υπέρμετρος με βάση τα τρία κριτήρια, της χρονικής έκτασης της απαγόρευσης, της τοπικής έκτασής της και της καταβολής οικονομικού ανταλλάγματος εκ μέρους της εργοδότριας.
Κρίση ότι η χρονική διάρκεια των 2 ετών μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού δεν αποτελούσε θεμιτή και εύλογη δέσμευση, λαμβανομένου υπόψη ότι τόσο στο άρθρο 10 παρ. 3 του π.δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, όσο και στο άρθρο 5 παρ. 2δ του Κανονισμού 2022/720 προβλέπεται ρητώς το ένα έτος ως ανώτατη χρονική δέσμευση της υποχρέωσης μετασυμβατικής παράλειψης ανταγωνισμού.
Κρίση ότι με βάση την τοπική έκταση της απαγόρευσης, η οποία καταλάμβανε τόσο την Ελλάδα όσο και το εξωτερικό, ο περιορισμός ήταν καθολικός και απεριόριστος, με αποτέλεσμα να επηρεάζει όχι απλώς την άσκηση του επαγγέλματος των εργαζομένων αλλά και την ίδια την επιλογή του. Συνεπώς οι επίμαχες ρήτρες μη ανταγωνισμού, που δεν προβλέπουν περιορισμό της μετασυμβατικής απαγόρευσης σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή, είναι άκυρες γιατί πρακτικά εξαναγκάζουν τον εργαζόμενο να παραιτηθεί από την άσκηση του επαγγέλματός του.
Η καταβολή οικονομικού ανταλλάγματος εκ μέρους της ενάγουσας εργοδότριας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύρους της ρήτρας μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού, αφού δεν μπορεί να είναι έγκυρη η ρήτρα μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού χωρίς να καταβληθεί στον εργαζόμενο εύλογο οικονομικό αντάλλαγμα.
Κρίση ότι το ειδικά συμφωνηθέν αντάλλαγμα των 150 Ευρώ μηνιαίως είναι ανεπαρκής αντιπαροχή και συνακόλουθα δεν είναι εύλογο, διότι με αυτό δεν αντισταθμίζεται η ελάττωση της βιοποριστικής ικανότητας των εναγόμενων εργαζομένων. Το αντάλλαγμα πρέπει ουσιαστικά να υπολογίζεται όχι τόσο με βάση τον μισθό του εργαζομένου όσο υπήρχε η έννομη σχέση αλλά με βάση την υπεραξία που έχει αυτός αποκτήσει μετά τη λήξη της έννομης σχέσης και το αντάλλαγμα που θα παρείχε σε αυτόν η αγορά, αν δεν υπήρχε η απαγόρευση ανταγωνισμού.
 


Σύνδεσμος

ΜΕφΑθ 4334/2025, σε: Αρμ 2/2026, σχόλιο: Δ. Γούλας »