8 Ιουν 2021
Στην γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που ρυθμίζεται από το άρθρο 25 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού των Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), δεν περιλαμβάνονται ζητήματα για τα οποία ήδη επελήφθησαν ή πρόκειται να επιληφθούν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, για την αποφυγή επηρεασμού της κρίσης τους. Συνακόλουθα δεν υπάγονται θέματα ανακύπτοντα κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση που διευθύνει ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών κατά τα άρθρ. 245 παρ. 2 ΚΠΔ.
Περαιτέρω, τυχόν γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ή του Αντιεισαγγελέα ως εντεταλμένου του πρώτου), υπερισχύει τυχόν αντίθετων γνωμοδοτήσεων Εισαγγελέων κατώτερων βαθμών, ως έκφραση γνώμης του Προϊσταμένου όλων των Εισαγγελικών Λειτουργών της χώρας, ο οποίος εξάλλου μεριμνά για τη διασφάλιση της ενότητας της γνωμοδοτικής εισαγγελικής (οιονεί) νομολογίας. Βεβαίως, δεν νοείται ανάκληση κάποιας γνωμοδότησης, η οποία όμως είναι δυνατόν να καταστεί αδρανής και, μάλιστα, αυτό μπορεί να συμβεί με νεότερη «διαπιστωτική» γνωμοδότηση.
Με αφορμή τα υποβληθέντα ερωτήματα από την της Δ/νση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού του Πυροσβεστικού Σώματος, σχετικά με το έγκλημα του αρθρ. 264 του νέου ΠΚ, ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου επισημαίνει ότι, η νέα διάταξη τυποποιεί πλέον τον εμπρησμό ως έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης, ενώ υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ χαρακτηριζόταν ως έγκλημα «αφηρημένα συγκεκριμένης διακινδύνευσης» ή «δυνητικής διακινδύνευσης». Επομένως, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, θα πρέπει να πραγματώθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση είτε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, είτε κίνδυνος για άνθρωπο. Κοινός κίνδυνος είναι αυτός που αφορά είτε ευρύτερο κύκλο εννόμων αγαθών, σε έκταση που είναι ανεπίδεκτη προσδιορισμού εκ των προτέρων, είτε ένα μόνο αντικείμενο, που είναι όμως ακαθόριστο ως μέρος της ολότητας. Ενώ, κίνδυνος για άνθρωπο υπάρχει όταν δημιουργείται πιθανότητα προσβολής της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας ενός ανθρώπου, έστω και μη προσδιορισμένου. Περαιτέρω, όπως έχει αναλύσει ο Καθ. Ιωάννης Μανωλεδάκης, κίνδυνος είναι η μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο που συνεπάγεται τη δημιουργία αιτιακών όρων ή συνθηκών για την επέλευση μιας βλάβης, που δεν συνέβη ακόμα, διότι απαιτούνται και άλλοι αιτιακοί όροι.
Κατά την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, είναι πιθανό να προκύψουν ζητήματα συρροής ή μεταβολής κατηγορίας μεταξύ των εγκλημάτων του εμπρησμού (κατ’ άρθρ. 264 ΠΚ) και της διακεκριμένης φθοράς με φωτιά (κατ’ άρθρ. 378 παρ. 2 ΠΚ). Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, όταν υποβάλλεται στον Εισαγγελέα δικογραφία αυτεπάγγελτης προανάκρισης (κατ’ άρθρ. 245 παρ. 2 ΚΠΔ) με έγκλημα αναφοράς τον εμπρησμό, αυτός είναι αποκλειστικά αρμόδιος να ασκήσει ποινική δίωξη για οποιαδήποτε πράξη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 43 παρ. 2 ΚΠΔ. Σχετικά με την κίνηση της ποινικής δίωξης, παρατηρείται ότι, η παλαιότερη γνωμοδότηση του Εισαγγελέα Αρείου Πάγου υπ’ αριθμ. 3/2001, που αφορά τη δυνατότητα των αρμόδιων ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων του Πυροσβεστικού Σώματος, μετά από σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα, να μην σχηματίζουν ποινικές δικογραφίες σε περιπτώσεις μικρής έκτασης πυρκαϊών, με ασήμαντες ζημιές και χωρίς τη δημιουργία κινδύνου, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, αλλά θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της σημερινής μορφής του άρθρου 264 ΠΚ.
Τέλος, ως προς τον εννοιολογικό προσδιορισμό της πλημμύρας, κατ’ άρθρ. 268 ΠΚ, ο Αντιεισαγγελέας υπενθυμίζει την σχετική προσέγγιση της Καθ. Μαρίας Καϊάφα Γκμπάντι ότι, για να κάνουμε λόγο για ολοκληρωμένη πλημμύρα, πέρα από την τάση αυτοδύναμης εξάπλωσης της διαφυγής των υδάτων από τα μέχρι τώρα όριά τους, είναι αναγκαίο το εμπειρικό φαινόμενο να παρουσιάζει συνολικά τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε να μπορεί να θεμελιώνει καθαυτό ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα δημιουργίας κοινού κινδύνου για πρόσωπα ή πράγματα.