21 Μαΐ 2021
Οι κενές οργανικές θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών στελεχώνονται από μονίμους δημοσίους υπαλλήλους. Αυτοί συνδέονται με τα οικεία νομικά πρόσωπα με ειδική υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου που συνάπτεται προαιρετικά και συνεπάγεται ιεραρχική εξάρτηση και πειθαρχική ευθύνη. Η διαδικασία επιλογής για την πρόσβαση στις δημόσιες οργανικές θέσεις διέπεται από την αρχή της αξιοκρατίας, η οποία επιτάσσει όπως για την επιλογή των υποψηφίων διεξάγεται διαγωνισμός στη βάση κριτηρίων πρόσφορων για την ανάδειξη αυτοτελώς αλλά και συγκριτικώς, της αξίας των υποψηφίων εν όψει των θέσεων που προκηρύσσονται. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι όταν υποψήφιος σε διαδικασία ως η ανωτέρω επιλέγεται προς διορισμό με βάση δικαιολογητικά που ο ίδιος κατέθεσε, τα οποία όμως περιέχουν αλλοιωμένα κρίσιμα προς επιλογή του στοιχεία, η απαξία της πράξης του, σε συνάρτηση με την αρχή της αξιοκρατίας, εκτιμάται αφ’ ενός μεν αυτοτελώς, ως προς το ήθος του υποψηφίου και την υπηρεσιακή καταλληλότητα αυτού να καταλάβει την προκηρυχθείσα θέση, αφ’ ετέρου δε συγκριτικώς, ήτοι ως προς την εκτόπιση, λόγω του παραποιημένου δικαιολογητικού, άλλου υποψηφίου που αξιοκρατικώς θα ήταν καταλληλότερος προς επιλογή από αυτόν που τελικώς διορίστηκε. Περαιτέρω, στον Υπαλληλικό Κώδικα, προβλέπεται η ανάκληση της πράξης διορισμού εντός διετίας για παράβαση νόμου καθώς και η ανάκλησή της χωρίς χρονικό περιορισμό αν αυτός που διορίσθηκε προκάλεσε δολίως ή υποβοήθησε την παρανομία. Περίπτωση παράβασης νόμου συνιστά και η παραβίαση των όρων της προκήρυξης με την οποία καθορίστηκαν τα προσόντα των υποψηφίων, όταν η διοίκηση διαπιστώσει εκ των υστέρων ότι επιλογή υποψηφίου που διορίστηκε χαρακτηρίζεται από πλάνη περί τα πράγματα ως στηριχθείσα σε προσκομισθέντα από τον υποψήφιο πλαστά δικαιολογητικά. Στην περίπτωση αυτή, η κατά τα ανωτέρω ανάκληση της πράξης διορισμού αποτελεί το έρεισμα για την περαιτέρω έκδοση καταλογιστικής πράξης, που συνιστά μέτρο αποκαταστατικού χαρακτήρα της αρχής της δημοσιονομικής νομιμότητας, για την αναζήτηση ως αχρεωστήτως καταβληθεισών των αποδοχών που ο υπάλληλος εισέπραξε κατά τη διάρκεια της διαρρηχθείσας υπαλληλικής σχέσης. Στον νομοθέτη ανήκει κατ’ αρχήν η θεσμική αποστολή να θεσπίζει κανόνες με τους οποίους πραγματώνεται το κράτος δικαίου και η αρχή της αναλογικότητας, ιδίως δε η αρχή της δίκαιης ισορροπίας στις περιπτώσεις όπου απαιτείται εναρμόνιση μεταξύ αντίρροπων αρχών ή δικαιωμάτων που μπορεί να συγκρούονται. Όταν όμως ο νομοθέτης δεν έχει θεσπίσει τέτοιους κανόνες επαφίεται στη δικαστική λειτουργία να διαπιστώσει, έστω και με ad hoc εκτιμήσεις, αν η διαρρύθμιση των εννόμων σχέσεων όπως προκύπτει από αποφάσεις της εκτελεστικής λειτουργίας είναι συμβατή με τις εν λόγω αρχές. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ελλείψει νομοθετικής παρέμβασης στο υπό κρίση ζήτημα, οι δυνατότητες που παρέχονται στην έννομη τάξη όπως αυτή μπορεί να εκφραστεί μέσω των αποφάσεων οργάνων της εκτελεστικής λειτουργίας, είναι είτε να καταλογισθεί στον υπάλληλο ως αχρωστήτως λαβόντα το σύνολο των ληφθεισών από αυτόν αποδοχών λόγω εξαφάνισης της πράξης του διορισμού του, που αποτέλεσε τη βάση της είσπραξης των αποδοχών του, είτε να μην καταλογισθεί παντάπασιν ο ανωτέρω λόγω του παρανόμου της επιβολής καταλογισμού χωρίς να υφίσταται κατά νόμο έδαφος εφαρμογής της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Όμως η μεν πρώτη λύση δεν συμβιβάζεται με την αρχή της αναλογικότητας, που επιβάλλει οι περιορισμοί ή οι στερήσεις δικαιωμάτων να στηρίζονται σε δέουσες σταθμίσεις, η δε δεύτερη προσκρούει στην αρχή του κράτους δικαίου, η οποία καθώς ήδη εκτέθηκε, απαιτεί να αποκαθίσταται η τρωθείσα νομιμότητα. Συνεπώς, πρέπει στην κρινόμενη περίπτωση να ερευνηθεί ad hoc αν με την επίδικη πράξη καταλογισμού τηρήθηκαν οι απαιτήσεις αναλογικότητας και δίκαιης ισορροπίας καθώς και αυτές που απορρέουν από την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. Με την προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη επιδιώχθηκε, ως απόρροια της ανάκλησης λόγω παραποιημένου δικαιολογητικού του διορισμού της αναιρεσείουσας, ο θεμιτός σκοπός της ανάκτησης υπέρ του εργοδότη της δημόσιου φορέα του συνόλου των αποδοχών της ως αχρεωστήτως καταβληθεισών λόγω του παρανόμου της πράξης διορισμού αυτής. Όμως, το μέτρο αυτό της ανάκτησης, για να είναι συμβατό με την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει, όχι μόνο να επιδίωκε έναν θεμιτό σκοπό, αλλά και να μην έπληξε θεμελιώδη δικαιώματα της καταλογισθείσας σε βαθμό μη αναγκαίο. Ελλείψει δε νομοθετικής ρύθμισης, η εν λόγω εκτίμηση από το Δικαστήριο τούτο της αναλογικότητας του καταλογισμού δεν μπορεί να συναχθεί άλλως παρά μόνον αν το Δικαστήριο σταθμίσει όλα τα κρίσιμα δεδομένα της υπόθεσης προκειμένου να αποδοθεί σε αυτά η δέουσα βαρύτητα, από την οποία θα προκύψει αν με τον επίδικο καταλογισμό επιτεύχθηκε δίκαιη ισορροπία μεταξύ του επιδιωχθέντος με αυτόν θεμιτού σκοπού και των θεμελιωδών δικαιωμάτων της καταλογισθείσας που εθίγησαν από αυτόν. Δοθέντος ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο οφείλει να ελέγξει αν ο επίδικος καταλογισμός, ως απόρροια της ανακλητικής πράξης, είναι συμβατός με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας, της δίκαιης ισορροπίας και του κοινωνικού κράτους δικαίου, απαιτείται δε να σταθμισθούν τα ειδικότερα δεδομένα της υπόθεσης, όπως η φύση του μέτρου, η προσφορότητα και η αναγκαιότητα της επιβολής του για τη θεραπεία του θεμιτού σκοπού που επιδιώκεται, η υποκειμενική συμπεριφορά του υπαλλήλου, η τυχόν ευθύνη των οργάνων της διοίκησης στην αποκάλυψη της πλαστότητας των δικαιολογητικών, το χρονικό σημείο επιβολής του καταλογισμού σε σχέση με τον διανυθέντα συνολικό υπηρεσιακό βίο, καθώς και οι συνολικές επιπτώσεις που επάγεται για την προσωπική και οικονομική κατάσταση του υπαλλήλου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν επιβάλλεται εν προκειμένω χάριν παροχής πλήρους δικαστικής προστασίας στην καταλογισθείσα διάδικο η παρεμπίπτουσα εξέταση της ανακλητικής πράξης του διορισμού της, καθώς, η έρευνα των ανωτέρω ζητημάτων κατά την εξέταση της νομιμότητας της πράξης καταλογισμού, μπορεί να οδηγήσει σε άρση όλων των συνεπειών που συνεπάγεται γι’ αυτήν η έκδοση της ανακλητικής του διορισμού της απόφασης όπως οι συνέπειες αυτές ενσωματώθηκαν στην υπαγόμενη στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου πράξη καταλογισμού. Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, ως συνέπεια της πράξης της να καταθέσει παραποιημένο κρίσιμο δικαιολογητικό για την επιλογή της προς διορισμό, απώλεσε μετά έρευνα που διεξήχθη δεκατρία έτη μετά τον διορισμό της τη θέση εργασίας της, καταλογίσθηκε με το σύνολο των εισπραχθεισών απολαβών κατά τη διάρκεια του υπαλληλικού της βίου, το οποίο μειώθηκε με την απόφαση του Τμήματος, και επιπλέον καταδικάστηκε ποινικά σε μακρά ποινή στερητικής της ελευθερίας κατηγορηθείσα και για κακουργηματικής φύσης πράξη. Προσέφερε πάντως τις υπηρεσίες της με συνέπεια και επάρκεια, όπως βεβαιώνεται σχετικώς. Εν όψει τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι ως προς το δικαίωμα εργασίας της αναιρεσείουσας, αυτό δεν επλήγη μόνον με την πλήρη αρχικώς και μερική ύστερα από την απόφαση του Τμήματος απαξίωση των υπηρεσιών που προσέφερε, εργαζόμενη επί δεκατρία έτη, αλλά και με την ανάκληση της πράξης διορισμού της, ήτοι την απώλεια της εργασίας της. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ασκούντος κατ’ αναίρεση τον απαιτούμενο έλεγχο προς διασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας, η ποινική καταδίκη της αναιρεσείουσας και η απώλεια της θέσης εργασίας της επαρκούν, εν όψει του πλήγματος στην αρχή της, για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του κράτους δικαίου προς αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας. Με το να απαιτεί η έννομη τάξη, συνολικώς ορώμενη, από την αναιρεσείουσα για τη συγκεκριμένη πράξη που τέλεσε, και για την οποία καταδικάστηκε ποινικώς και επιπλέον απώλεσε την εργασία της, την επιστροφή ως αχρεωστήτως καταβληθεισών, των ως άνω αποδοχών της των 50.000 ευρώ, υπερβαίνει το όριο της θυσίας που μπορεί να επιβληθεί προς θεραπεία της αρχής της αξιοκρατίας καθόσον με το μέτρο αυτό πλήττεται πλέον χωρίς να είναι αναγκαίο η περιουσία της αναιρεσείουσας την οποία αποκόμισε εργαζόμενη πάντως με επάρκεια στη θέση την οποία κατείχε. Κατά το Δικαστήριο, ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, όπως ενσωματώνεται στην αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, θέτει εμπόδιο στη λήψη μέτρων αποκατάστασης της νομιμότητας που οδηγούν, όταν αυτά δεν είναι αναγκαία, σε ουσιαστική εξόντωση, λόγω της αυστηρότητάς τους, του ατόμου που τα υφίσταται. Υπό τις ως άνω ειδικές περιστάσεις, ο τυχόν σε βάρος της αναιρεσείουσας καταλογισμός, έστω και του μειωθέντος ποσού των 50.000,00 ευρώ, δεν επιτυγχάνει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ του σκοπού που υπηρετεί (αποκατάσταση της δημοσιονομικής νομιμότητας εξαιτίας της αναδρομικής ανατροπής της υπαλληλικής σχέσης) καθόσον αφ’ ενός μετατρέπει την ανάκληση του διορισμού σε κύρωση αφ’ ετέρου άγει σε πλουτισμό του Νοσοκομείου σε βάρος της περιουσίας της. Ως εκ τούτου, κατ’ εφαρμογή της κατ’ άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. (Μειοψ.).