Πρόσφατη νομολογία


19 Απρ 2021

ΕλΣυν (Ολ.) 505/2021: Προσφυγή αναθεώρησης απόφασης Τμήματος του ΕλΣυν & έλεγχος κριτηρίου της εμπειρίας κατά τη διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης

Με τις κρινόµενες προσφυγές ζητείται η αναθεώρηση της 2469/2020 απόφασης του Εβδόµου Τµήµατος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε προσφυγή ανάκλησης του πρώτου προσφεύγοντος και η υπέρ αυτού ασκηθείσα παρέµβαση της δεύτερης προσφεύγουσας κατά της 398/2020 πράξης του Ζ΄ Κλιµακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, µε την οποία κρίθηκε ότι κωλύεται η υπογραφή του σχεδίου σύµβασης για την «Ανάθεση του έργου της σίτισης των φοιτητών του Πανεπιστηµίου … και λειτουργία των φοιτητικών εστιατορίων: α) στην Πανεπιστηµιούπολη …, β) στο κτήριο του Φοιτητικού Κέντρου στις …, γ) στο κτήριο της Ιατρικής Σχολής στις … και της εκµίσθωσης του κυλικείου στο κτήριο της Ιατρικής Σχολής στις …» για τα έτη 2021 και 2022. Από τις διατάξεις των άρθρων 18 § 1 και 53 του Ν. 4412/2016 προκύπτει ότι κατά τις διαδικασίες ανάθεσης δηµοσίων συµβάσεων, οι αναθέτουσες αρχές οφείλουν να τηρούν, σε όλα τα στάδια διεξαγωγής του διαγωνισµού, τις αρχές της διαφάνειας και της ίσης µεταχείρισης, διασφαλίζοντας την ανάπτυξη συνθηκών υγιούς και ανόθευτου ανταγωνισµού, µε απώτερο σκοπό την προστασία του δηµοσίου συµφέροντος. Η τήρηση των ως άνω αρχών της διαφάνειας και της ίσης µεταχείρισης προϋποθέτει ότι οι όροι του διαγωνισµού διατυπώνονται κατά τρόπο τελούντα σε συνάρτηση µε την ανάγκη που η αναθέτουσα αρχή επιδιώκει να θεραπεύσει, όπως απαιτείται από την αρχή της αναλογικότητας, η οποία διέπει, ως εγγενές τους στοιχείο, τις σχετικές ρυθµίσεις του νόµου, αλλά, και ως ερµηνευτικός κανόνας, τον τρόπο µε τον οποίο πρέπει οι ρυθµίσεις αυτές να εφαρµόζονται. Όροι ασαφείς ή αµφίσηµοι στη σχετική διακήρυξη ή, αντιθέτως, όροι υπερβολικά περιοριστικοί και άρα µη αναλογικοί πλήττουν τον ανταγωνισµό, οι µεν πρώτοι διότι δηµιουργούν σύγχυση στην αγορά αποτρέποντας τη συµµετοχή στην ανταγωνιστική διαδικασία οικονοµικών φορέων που παρανοούν το περιεχόµενο των όρων, οι δε δεύτεροι διότι, περιορίζοντας χωρίς βάσιµο λόγο τον κύκλο των δικαιουµένων να υποβάλουν προσφορά, δηµιουργούν συνθήκες αθέµιτης εύνοιας υπέρ ορισµένων µόνον, ή και µεµονωµένων, οικονοµικών φορέων. Περαιτέρω, οι αναθέτουσες αρχές διαµορφώνουν, κατά την κρίση τους, τους όρους της διακήρυξης και καθορίζουν τα κριτήρια καταλληλότητας των διαγωνιζοµένων. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να τελούν σε συνάρτηση µε την ορθή και αποτελεσµατική εκτέλεση της συγκεκριµένης σύµβασης και να είναι συναφή ποσοτικά και ποιοτικά µε το αντικείµενο αυτής, ώστε να καθίστανται πρόσφορα για τη διακρίβωση της καταλληλότητας των υποψηφίων. Ειδικότερα, για την απόδειξη της τεχνικής και επαγγελµατικής επάρκειας των διαγωνιζοµένων, οι αναθέτουσες αρχές µπορεί να απαιτούν από τους οικονοµικούς φορείς να διαθέτουν ικανοποιητικό επίπεδο εµπειρίας, ζητώντας από τους ενδιαφερόµενους οικονοµικούς φορείς την υποβολή καταλόγου των κυριότερων υπηρεσιών που πραγµατοποιήθησαν την τελευταία τριετία στο πλαίσιο είτε συµβάσεων που έχουν λήξει είτε συµβάσεων που τελούν ακόµη υπό εκτέλεση. Το κριτήριο της πείρας, που είναι κατ’ αρχήν κριτήριο προσήκον στην τεχνική ικανότητα των υποψηφίων να εκτελέσουν τη σύµβαση, δεν αποκλείεται να συνιστά και κριτήριo ανάθεσης της σύµβασης, όταν αυτό είναι πρόσφορο για τον εντοπισµό της πλέον συµφέρουσας προσφοράς. Τούτο δε συµβαίνει όταν η πείρα συνιστά εγγενές χαρακτηριστικό της προσφοράς ως διασφαλίζον σε σηµαντικό βαθµό την ποιότητα εκτέλεσης µίας σύµβασης (όπως π.χ. στις συµβάσεις διανοητικής φύσης). Εν προκειμένω, ο επίμαχος διαγωνισμός πρόεβλεπε δύο όρους. Σύμφωνα με τον πρώτο,  οι οικονοµικοί φορείς απαιτείται επί ποινή αποκλεισµού να έχουν εκτελέσει και να βρίσκεται σε εξέλιξη µια τουλάχιστον αντίστοιχου µεγέθους και πολυπλοκότητας υπηρεσία µε αυτήν που αφορά η διακήρυξη, ενώ σύμφωνα με τον δεύτερο αξιολογείται και βαθµολογείται ανάλογα η ικανότητα, πείρα και ειδικότητα των συµµετεχόντων να παράσχουν τις ζητούµενες υπηρεσίες µε βάση την προηγούµενη παροχή κάθε συµµετέχοντα, κατά τα προηγούµενα έτη και µέχρι 20 έτη, αντίστοιχων υπηρεσιών µαζικής εστίασης. Ο προσυµβατικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι έλεγχος αντικειµενικής νοµιµότητας της εκάστοτε υποβαλλόµενης προς έλεγχο διαγωνιστικής διαδικασίας, οι δε κρίσεις των σχηµατισµών του ∆ικαστηρίου που διενεργούν προσυµβατικό έλεγχο δεν είναι δεσµευτικές ούτε αποτελούν πρόκριµα για την εξαγωγή µελλοντικής κρίσης. Επίσης, Ο περιορισµός του ανταγωνισµού που επιχειρήθηκε µε τον συνδυασµό των δύο όρων του διαγωνισμού, δεν µπορεί να δικαιολογηθεί κατά την κοινή πείρα από τις συνθήκες της αγοράςκαι πρέπει, λόγω της σοβαρότητας αυτού, να τύχει, χάριν θεραπείας της αντικειµενικής νοµιµότητας, της δέουσας αυστηρής κύρωσης, ώστε να εµπεδωθεί στις δηµόσιες αρχές που υπόκεινται στον προσυµβατικό έλεγχο, η στέρεη πεποίθηση ότι δεν διαφεύγουν της κύρωσης σοβαρές πληµµέλειες της διαγωνιστικής διαδικασίας, εκ του τυχαίου και συµπτωµατικού γεγονότος ότι, παρά το πρόδηλο πλήγµα στον ανταγωνισµό που επήλθε µε την προκήρυξη, δεν επέδειξε ενδιαφέρον για τη διαδικασία παρά µόνον ένας οικονοµικός φορέας. (Μειοψ.).


Σύνδεσμος

ΕλΣυν (Ολ.) 505/2021 - Πλήρες κείμενο »