5 Σεπ 2017
Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την υπ' αριθμ. 390/2017 απόφασή της απέρριψε αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθμ. 4428/2013 απόφασης του V Τμήματός του, με την οποία είχε γίνει δεκτή αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και είχε καταλογιστεί στον ήδη αιτούντα το ποσό των 4.973.500 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ισόποσο περιουσιακό όφελος, το οποίο ο ανωτέρω, ως δημοσιογράφος και μέτοχος εταιρειών που εκδίδουν έντυπα πανελλήνιας κυκλοφορίας, απέκτησε, χωρίς να δικαιολογείται η νόμιμη προέλευσή του.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση “σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3213/2003, στην έννοια του περιουσιακού οφέλους το οποίο, συντρεχούσης περιπτώσεως, δύναται να καταλογισθεί εις βάρος του υποχρέου σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης, εμπίπτει κάθε κτήση περιουσιακού στοιχείου που συνεπάγεται, έστω και στιγμιαία, αύξηση της περιουσίας αυτού. Επομένως, κατάθεση χρηματικού ποσού σε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα, η οποία συνεπάγεται, έστω στη δεδομένη χρονική στιγμή της διενέργειάς της, αύξηση των καταθέσεων του ελεγχομένου, εφόσον δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η νόμιμη προέλευση αυτής (κατάθεσης) εμπίπτει στην έννοια του καταλογιστέου περιουσιακού οφέλους, ανεξαρτήτως εάν το εν λόγω ποσό εξακολουθεί να υφίσταται ή όχι ως (πραγματικό) αποταμιευτικό υπόλοιπο στο τέλος του ελεγχόμενου έτους, αφού η ανάληψη και τυχόν ανάλωσή του για οιονδήποτε σκοπό, έστω και εντός ελάχιστου χρόνου από την κατάθεσή του, δεν αναιρεί τον ως άνω χαρακτήρα του. Εξάλλου, το Ελεγκτικό Συνέδριο, δια του αρμοδίου δικαστικού σχηματισμού (Τμήματος), καταλογίζει καθ’ όλη την αξία του κάθε άδηλης προέλευσης περιουσιακό στοιχείο του οποίου δικαιούχος φέρεται ο υπόχρεος σε δήλωση περιουσιακής κατάστασης, αποκλείεται δε ο καταλογισμός του περιουσιακού αυτού στοιχείου μόνο στην περίπτωση που, στο πλαίσιο ποινικής δίκης, αυτό έχει ήδη δημευθεί (βλ. ως άνω άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3213/2003)”.
Παράλληλα, το Ελεγκτικό Συνέδριο έκρινε ότι “οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 3213/2003, με τις οποίες καθιερώνεται ο καταλογισμός για το μη δυνάμενο να δικαιολογηθεί περιουσιακό όφελος εις βάρος των δημοσιογράφων και μετόχων εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο χώρο του τύπου και των μέσων μαζικής ενημέρωσης και ως προς τους οποίους δεν προκύπτουν οικονομικές συναλλαγές με το Δημόσιο και τα εν γένει δημόσια νομικά πρόσωπα", δεν είναι αντίθετες προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 περί οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας, 14 παρ. 2 περί προστασίας της ελευθεροτυπίας, καθώς και προς τα άρθρα 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και 1 του (πρώτου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί προστασίας της ιδιοκτησίας.
“Η αρχή non bis in idem δεν τυγχάνει εφαρμογής καθώς ο καταλογισμός δεν συνιστά κατά τη φύση και τον χαρακτήρα του κύρωση ποινικής φύσεως, αλλά εντάσσεται (καταλογισμός) σε ένα προβλεπόμενο από το Σύνταγμα σύστημα δημόσιας παρακολούθησης και ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των υπευθύνων των μέσων ενημέρωσης”.