Οι προσφεύγοντες, Νίκος Μαυράκης, γεννηθείς το 1941 και αποβιώσας στις 03.08.2025, και Γεώργιος/Corc Kasapoğlu, γεννηθείς το 1984, ήταν κάτοικοι Κωνσταντινούπολης και ελληνορθόδοξοι ιερείς. Μετά τον θάνατο του πρώτου προσφεύγοντος, η σύζυγός του και οι δύο υιοί του δήλωσαν ότι επιθυμούσαν να συνεχίσουν τη διαδικασία ενώπιον του ΕΔΔΑ ως κληρονόμοι του. Οι προσφυγές έχουν ως αντικείμενο τις καταγγελίες δύο ελληνορθόδοξων κληρικών αναφορικά με την άρνηση των εθνικών αρχών να τους επιτρέψουν να γίνουν μέλη του διοικητικού συμβουλίου ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων, καθώς και τον δικαστικό έλεγχο αυτής της άρνησης. Αναλυτικά, οι προσφεύγοντες είχαν εκλεγεί ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου ελληνορθόδοξων ιδρυμάτων, τα οποία θεωρούνται ιδιωτικά νομικά πρόσωπα βάσει του τουρκικού δικαίου και ανήκουν στην ελληνορθόδοξη μειονότητα στην Κωνσταντινούπολη, ενώ, σε συνέχεια της εκλογής αυτών, η Γενική Διεύθυνση Ιδρυμάτων εξέδωσε Πιστοποιητικό Εξουσιοδότησης, δυνάμει του οποίου αφαιρέθηκαν τα ονόματα αυτών από τον κατάλογο των μελών του διοικητικού συμβουλίου, θέτοντας ως αιτιολογία την ιδιότητά τους ως κληρικών. Οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγές ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων της Κωνσταντινούπολης, ενώ, το 2013, το 3ο, το 4ο και το 9ο Διοικητικό Πρωτοδικείο Κωνσταντινουπόλεως ακύρωσαν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, με το σκεπτικό ότι η Διεύθυνση είχε υπερβεί τις αρμοδιότητές της και ότι κανένας κανόνας του εσωτερικού δικαίου δεν προέβλεπε αποκλεισμό κληρικών από τα όργανα διοίκησης των κοινοτικών ιδρυμάτων. Μάλιστα, το 3ο Διοικητικό Πρωτοδικείο αναφέρθηκε ρητά στα άρθρα 9 και 11 της ΕΣΔΑ και στην απόφαση Agga κατά Ελλάδος αριθ. 2, διαπιστώνοντας πρόδηλη παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι. Σε συνέχεια της προσφυγής του πρώτου προσφεύγοντος ενώπιον του τουρκικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, το τελευταίο την απέρριψε στις 4.11.2022 με σύντομη αιτιολογία, κρίνοντας μέρος των αιτιάσεων προδήλως αβάσιμο και μέρος αυτών απαράδεκτο λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων. Παράλληλα, το Συνταγματικό Δικαστήριο, με απόφαση της 2.5.2023, ως προς τις προσφυγές αριθ. 71/24 και 2023/24, διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 33 του Τουρκικού Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, λόγω της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας και της διατήρησης δικαιοδοτικής αβεβαιότητας επί περίπου οκτώ έτη και επιδίκασε ποσό 30.000 τουρκικών λιρών σε καθέναν από τους προσφεύγοντες, αλλά δεν εξέτασε την ουσία της αιτίασης περί διαγραφής των κληρικών από τα διοικητικά συμβούλια, αρκούμενο να παραπέμψει τους προσφεύγοντες στη δυνατότητα προσφυγής στα πολιτικά δικαστήρια. Ως προς το παραδεκτό, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο δεν είχε εξετάσει την ουσία της αιτίασης, δηλαδή τη διαγραφή των προσφευγόντων λόγω της ιδιότητάς τους ως κληρικών, αλλά μόνο τη διαδικαστική πτυχή της υπερβολικής διάρκειας της διαδικασίας. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η υπόθεση έπρεπε να τοποθετηθεί σε ένα ευρύτερο ιστορικό και δομικό πλαίσιο, που επηρεάζει όλες τις χριστιανικές κοινότητες στην Τουρκία. Μάλιστα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για αρκετές δεκαετίες, τα ιδρύματα που ανήκουν σε μη μουσουλμανικές μειονότητες -ελληνικές, αρμενικές, συριακές ή εβραϊκές- έχουν αντιμετωπίσει επανειλημμένους περιορισμούς στην οργάνωση των εσωτερικών εκλογών τους, καθώς και απαλλοτρίωση των περιουσιακών τους στοιχείων, ιδίως μετά το νομικό προηγούμενο του 1974 που οδήγησε στη μεταβίβαση πολυάριθμων περιουσιών στο τουρκικό Κράτος. Προσθέτει ότι μεγάλος αριθμός ιδρυμάτων έχει αναταξινομηθεί ως «έμπιστα ιδρύματα», χάνοντας την αποτελεσματική νομική τους προσωπικότητα και η διαχείρισή τους έχει αναληφθεί από τη διοίκηση. Εξηγεί ότι τα ίδια τα Ελληνορθόδοξα και Αρμενικά Πατριαρχεία παραμένουν χωρίς νομική αναγνώριση ως νομικά πρόσωπα, μια κατάσταση που παρεμποδίζει σοβαρά την προστασία των δικαιωμάτων τους και τη διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα ευρήματα αυτά έχουν επισημανθεί και επικριθεί τακτικά από διάφορους ευρωπαϊκούς φορείς, συμπεριλαμβανομένου του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής της Βενετίας, οι οποίες έχουν καλέσει την Τουρκία να τερματίσει αυτές τις πρακτικές που παραβιάζουν την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Το εν λόγω πλαίσιο μαρτυρά τον συστημικό χαρακτήρα των επιθέσεων κατά της αυτονομίας των χριστιανικών θεσμών και βοηθά στην κατανόηση του αντίκτυπου της προσβαλλόμενης πράξης στην προκειμένη περίπτωση σε αυτούς τους θεσμούς, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι. Η δραματική μείωση του αριθμού των Χριστιανών στην Τουρκία -από αρκετά εκατομμύρια στις αρχές του 20ού αιώνα σε μια υπολειμματική μειονότητα σήμερα- καταδεικνύει, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, τις συγκεκριμένες συνέπειες αυτών των διαρθρωτικών περιορισμών, οι οποίοι πλέον απειλούν την ίδια τη συνέχεια ορισμένων κοινοτήτων, μεταξύ των οποίων, πρωτίστως, των Ελληνορθόδοξων. Μέσα σε αυτό το ιστορικό, νομικό και κοινωνιολογικό πλαίσιο κρίθηκε ότι έπρεπε να αξιολογηθεί το εύρος της αμφισβητούμενης παρέμβασης, καθώς δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για μέρος μιας ευρύτερης δυναμικής αποδυνάμωσης και περιθωριοποίησης των μη μουσουλμανικών μειονοτήτων. Για να είναι η κρατική επέμβαση «προβλεπόμενη από τον νόμο», σύμφωνα με την ερμηνεία του ΕΔΔΑ, δεν πρέπει μόνο να υφίσταται ρύθμιση στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά να υπάρχει και ποιότητα νόμου, δηλαδή προσβασιμότητα και προβλεψιμότητα ως προς τις συνέπειές του, παραπέμποντας σε παλαιότερη νομολογία του. Κατά την ειδικότερη εξέταση της υπόθεσης, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι, καμία διάταξη του Νόμου 5737/2008 ή του Κανονισμού περί Ιδρυμάτων δεν προέβλεπε ασυμβίβαστο της ιδιότητας του κληρικού με τη συμμετοχή στα όργανα διοίκησης κοινοτικών ιδρυμάτων, καθώς τα κριτήρια εκλογιμότητας ήταν περιοριστικά απαριθμημένα. Επιπρόσθετα, η επίκληση της Συνθήκης της Λωζάνης από τη Διεύθυνση δεν έγινε δεκτή από κανένα εθνικό δικαστήριο, ενώ η τουρκική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα κανονιστικό κείμενο, εγκύκλιο ή άλλη διοικητική πράξη από τα οποία να προκύπτει ρητή ή σιωπηρή αρμοδιότητα της Διεύθυνσης να διαγράφει νομίμως εκλεγέντα πρόσωπα λόγω της ιδιότητάς τους ως κληρικών. Καταληκτικά, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η καταγγελλόμενη επέμβαση δεν δύναται να θεωρηθεί ως «προβλεπόμενη από τον νόμο», διαπιστώνοντας παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ, αναγινωσκόμενου υπό το φως του άρθρου 9.
Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης στα γαλλικά είναι διαθέσιμο
εδώ.