3 Ιουν 2019
Η προσφεύγουσα, Sine Tsaggarakis A.E.E., είναι εταιρία που εδρεύει στην Ελλάδα. Δραστηριοποιείται στον τομέα της ψυχαγωγίας και διευθύνει συγκρότημα πολυκαταστημάτων στο Ηράκλειο. Το 2007 η προσφεύγουσα εταιρεία υπέβαλε αίτηση ακυρώσεως κατά αδειών οικοδομής και αδειών εκμετάλλευσης που χορηγήθηκαν σε ανταγωνιστικές εταιρείες του συγκροτήματος. Ισχυρίστηκε καταρχάς ότι οι άδειες αυτές ήταν παράνομες, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη περιοχή προοριζόταν για την κατασκευή ιδιωτικών κατοικιών και οι αρχές δεν είχαν προβεί σε προκαταρκτική εξέταση της τήρησης των περιβαλλοντικών όρων που καθορίζονται στη νομοθεσία. Δεύτερον, υποστήριξε ότι η λειτουργία του ανταγωνιστικού συγκροτήματος θα προκαλούσε αθέμιτο ανταγωνισμό, δεδομένου ότι διέθετε το δικό του συγκρότημα σε γειτονική περιοχή. Το 2009, το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η νομιμότητα της άδειας οικοδομής για κινηματογράφο δεν μπορούσε να επανεξεταστεί από τις αρχές κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας. Επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι υπήρχε απόκλιση της νομολογίας μεταξύ αυτού και του Ε΄ τμήματος του ιδίου Δικαστηρίου - το οποίο έκρινε ότι η εξέταση αυτή ήταν δυνατή τόσο στο στάδιο της χορήγησης της οικοδομικής αδείας όσο και κατά την έκδοση της άδειας εκμετάλλευσης - αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το 2011 η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε, όπως και το Ε΄ Τμήμα, ότι μια τέτοια εξέταση θα μπορούσε να λάβει χώρα τόσο στο στάδιο της χορήγησης της οικοδομικής αδείας όσο και κατά την έκδοση της άδειας λειτουργίας, προκειμένου να τηρηθεί η συνταγματική αρχή της περιβαλλοντικής προστασίας (ΣτΕ 1792/2011). Το 2012 το Δ΄ τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας εξέδωσε απόφαση (ΣτΕ 3064/2012), επαναλαμβάνοντας την αρχική του θέση. Έτσι, δεν ακολούθησε την απόφαση της Ολομέλειας και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προσφυγής της προσφεύγουσας εταιρείας. Εν τω μεταξύ, το 2008 η προσφεύγουσα εταιρεία ζήτησε από το γραφείο πολεοδομικού σχεδιασμού να σφραγίσει το ανταγωνιστικό συγκρότημα. Στη συνέχεια, καθώς το δημοτικό συμβούλιο του Ηρακλείου δεν είχε προβεί στην σφράγιση του κτιρίου, η προσφεύγουσα εταιρεία υπέβαλε αίτηση στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το 2014, το Ε΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας δέχτηκε την αίτηση (απόφαση αριθ. 2738/2014), διαπιστώνοντας ότι οι αρχές έπρεπε να σφραγίσουν το ανταγωνιστικό συγκρότημα. Ωστόσο, το δημοτικό συμβούλιο αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την απόφαση αυτή, διότι, εν τω μεταξύ, η ανταγωνιστική εταιρεία είχε υποβάλει αίτηση προκειμένου να επωφεληθεί από τις διατάξεις του νόμου περί νομιμοποίησης παράνομων κατασκευών. Το ανταγωνιστικό συγκρότημα εξακολούθησε να λειτουργεί. Βασιζόμενη στο άρθρο 6 § 1 (δικαίωμα δίκαιης δίκης), η προσφεύγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι δεν είχε διεξαχθεί δίκαιη ακρόαση, ιδίως όσον αφορά την ασφάλεια δικαίου, από αμερόληπτο δικαστήριο. Η προσφυγή κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 5 Μαρτίου 2013.
Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι υπήρχαν εδώ και αρκετά χρόνια βαθιές και μακροχρόνιες διαφορές μεταξύ της νομολογίας του Δ΄ και του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το κατά πόσον είναι δυνατή η επανεξέταση της νομιμότητας μιας οικοδομικής άδειας κατά την αναθεώρηση της νομιμότητας μιας άδειας λειτουργίας και τη λήψη απόφασης σχετικά με την χορήγηση της άδειας λειτουργίας. Στο ελληνικό διοικητικό σύστημα η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι αρμόδια για την εξάλειψη τυχόν αποκλίσεων στη νομολογία. Στην παρούσα υπόθεση, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κλήθηκε να αποφανθεί κατά πόσον η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (την οποία επικαλείται το Δ΄ Τμήμα) πρέπει να υπερισχύει της αρχής της προστασίας του περιβάλλοντος (την οποία επικαλείται το Ε΄ Τμήμα). Συναφώς, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι το ζήτημα του κατά πόσον ήταν επιτρεπτό να λειτουργήσει το συγκρότημα, έπρεπε να αναθεωρηθεί τόσο στο στάδιο της χορήγησης της άδειας οικοδομής όσο και κατά την έκδοση της άδειας εκμετάλλευσης, με σκοπό να διασφαλιστεί η βελτίωση και η τήρηση της συνταγματικής αρχής της προστασίας του περιβάλλοντος (άρθρο 24 του Συντάγματος). Περαιτέρω, το ΣτΕ τόνισε ότι το ζήτημα των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων -αρχές επί των οποίων θεμελιώνεται η απόφαση του Δ΄ Τμήματος- δεν προέκυψε εν προκειμένω, καθόσον οι αρχές αυτές δεν μπορούν να εφαρμοστούν όταν μια κατάσταση είχαν διαμορφωθεί κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων. Με άλλα λόγια, η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε βάσει της ιεράρχησης των κανόνων και έδωσε το προβάδισμα στη λογική που διέπει τη νομολογία του Ε΄ Τμήματος. Η αρχή αυτή είχε αποκλείσει εξ αρχής την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης την οποία επικαλείται το Δ΄ Τμήμα. Παρόλα αυτά, το Δ΄ Τμήμα, αφού επανεξέτασε την υπόθεση, έκρινε σύμφωνα με την προηγούμενη νομολογία του, αναφέροντας εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν την αποδοχή τετελεσμένου γεγονότος βάσει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αν και η προσέγγιση αυτή είχε αποκλεισθεί από την Ολομέλεια του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου με το σκεπτικό ότι πρέπει να υπερισχύσει η συνταγματική αρχή της προστασίας του περιβάλλοντος. Όσον αφορά το Ε΄ Τμήμα, με την απόφαση αριθ. 2738/2014 είχε επίσης επιμείνει στη λογική της για την προστασία του περιβάλλοντος και διέταξε τη σφράγιση του συγκροτήματος. Αν και το αντικείμενο των αιτήσεων της προσφεύγουσας εταιρίας ενώπιον του Δ΄ και του Ε΄ τμήματος ήταν τεχνικά διαφορετικό, οι δύο αποφάσεις επιδιώκουν πράγματι τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τον τερματισμό των δραστηριοτήτων μιας εταιρίας που λειτουργεί σε ένα μεγάλο κτίριο κατασκευασμένο σε οικόπεδο προορισμένο αποκλειστικά ως ιδιωτική κατοικία. Κατά συνέπεια, ανέκυψε μια κατάσταση στην οποία η απόφαση του Δ΄ Τμήματος επέτρεπε να λειτουργήσει κανονικά το ανταγωνιστικό συγκρότημα, ενώ η απόφαση του Ε΄ Τμήματος διέταξε τον τερματισμό της λειτουργίας του. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από την άρνηση του δημοτικού συμβουλίου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Ε΄ Τμήματος, μια άρνηση που εγκρίθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο συμμόρφωσης του ΣτΕ - το όργανο που στην πραγματικότητα είναι υπεύθυνο για την παρακολούθηση της ορθής εκτέλεσης των αποφάσεων του εν λόγω Δικαστηρίου – το οποίο, αιτιολογώντας την απόφασή του, αναφέρθηκε στην ύπαρξη αίτησης τακτοποίησης που υποβλήθηκε από το αντίπαλο συγκρότημα. Κατά την άποψη του ΕΔΔΑ, ήταν επομένως προφανές ότι η απόκλιση μεταξύ του Δ΄ και του Ε΄ Τμήματος εξακολούθησε επί σειρά ετών και συνέχισε, παρά την παρέμβαση της Ολομέλειας του ΣτΕ. Τούτο προκάλεσε μια κατάσταση ανασφάλειας δικαίου, η οποία υποδηλώνει την αναποτελεσματικότητα του μηχανισμού εναρμόνισης της νομολογίας, που στην προκειμένη περίπτωση έπρεπε να εξασφαλιστεί με παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι δεν πληρούνταν οι όροι που είχε θέσει στο πεδίο της ασφάλειας δικαίου. Διαπιστώθηκε λοιπόν παραβίαση του Άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ.
Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης στα γαλλικά είναι διαθέσιμο εδώ.