Display main menu Αρχική σελίδα Αναζήτηση Sakkoulas-Online.gr

Πρόσφατη νομολογία


6 Φεβ 2018

ΕΔΔΑ: M.K. κ. Ελλάδας. Αντίθετη βούληση του τέκνου ως προς την επιμέλεια δεν παραβιάζει το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή.

Η προσφεύγουσα είναι υπήκοος Ρουμανίας που κατοικεί στη Γαλλία, ενώ οι δύο γιοι της και ο πρώην σύζυγός της διαμένουν στην Ελλάδα.

Μετά από το διαζύγιο της προσφεύγουσας, το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων απένειμε στην τελευταία την επιμέλεια των δύο παιδιών του ζευγαριού (απόφαση 330/2008). Τον Οκτώβριο του 2011 η M.K. έφυγε για τη Γαλλία και έδωσε την προσωρινή επιμέλεια των παιδιών της στη μητέρα της, στο σπίτι της τελευταίας στην Ελλάδα.

Στο τέλος του πρώτου Σαββατοκύριακου που ακολούθησε την αναχώρηση της προσφεύγουσας, ο πρώην σύζυγός της άσκησε το δικαίωμα επαφής του με τα παιδιά, αλλά δεν τα επέστρεψε τα στη γιαγιά τους. Ζήτησε επίσης από το Πρωτοδικείο να αναγνωριστεί ως τόπος διαμονής των παιδιών η κατοικία του. Το αίτημά του απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι τα παιδιά θα ακολουθούσαν τη μητέρα τους στη Γαλλία (απόφαση αριθ. 1829/2011).

Τον Ιανουάριο του 2012 η M.K. κατάφερε να φέρει έναν από τους γιους της (Α) στη Γαλλία. Το δεύτερο παιδί της (Ι.) εξακολούθησε να ζει με τον πατέρα του. Τον Ιούλιο του 2013, κατόπιν αιτήματος της M.K., ο δικαστής οικογενειακών υποθέσεων Charleville-Mézières αποφάσισε ότι ο Α. πρέπει να έχει την κατοικία του στη Γαλλία και απένειμε δικαιώματα επικοινωνίας στον πατέρα του (A.V.) στην Ελλάδα.

Τον Μάιο του 2015, μετά τις διακοπές του Πάσχα, ο A.V. αρνήθηκε να επιστρέψει τον Α. στην προσφεύγουσα, ο οποίος υπέβαλε μήνυση για απαγωγή ανηλίκων. Τον Σεπτέμβριο του 2015 το Πρωτοδικείο Ιωαννίνων διέταξε τον A.V. να επιστρέψει τον Α. στη μητέρα του στη Γαλλία. Η απόφαση αυτή (αριθ. 404/2015) κατέστη οριστική.

Τον Οκτώβριο του 2015, ο δικαστής οικογενειακών υποθέσεων Charleville-Mézières αποφάσισε ότι οι γονείς πρέπει να ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα για τον Α. Ο δικαστής επανέλαβε επίσης ότι είχε αποφασιστεί ότι το παιδί έπρεπε να διαμένει μαζί με τη μητέρα του και ότι είχε απονείμει στον πατέρα δικαιώματα επικοινωνίας και το δικαίωμα επισκέψεων με διανυκτέρευση. Στην απόφαση δεν αναφέρεται το γεγονός ότι το παιδί είχε έναν αδελφό του οποίου η συνήθης διαμονή ήταν στην Ελλάδα. Ο A.V. δεν άσκησε έφεση και η απόφαση κατέστη οριστική.

Η Μ.Κ. ακολούθως προέβη σε διάφορες ενέργειες για την επανένωση με τον γιο της (Α.). Ζήτησε επίσης από την εισαγγελία των Ιωαννίνων να αναθέσει την προσωρινή επιμέλεια του Α. σε κοινωνικές υπηρεσίες μέχρι την επιστροφή του παιδιού, αλλά το αίτημά της απορρίφθηκε. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο Α. εξετάστηκε επανειλημμένα από τις ελληνικές αρχές (δικαστήριο, κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους). Δήλωσε με σαφήνεια και συνέπεια ότι επιθυμούσε να παραμείνει στην Ελλάδα με τον αδελφό του μέχρι να τελειώσει το λύκειο και να αποφασίσει πού θα σπουδάσει. Ο Α. είπε ότι ένιωθε μοναξιά στη Γαλλία. Είπε επίσης ότι η σύγκρουση μεταξύ των γονιών του τον κούραζε και του προκαλούσε θλίψη και ότι ήταν θυμωμένος με τη μητέρα του επειδή επέμεινε ότι θα έπρεπε να επιστρέψει στη Γαλλία παρά τις επιθυμίες του. Ο Α. ζει σήμερα στο σπίτι του πατέρα του στην Ελλάδα μαζί με τον αδερφό του και την γιαγιά του από την πλευρά του πατέρα του.

Επικαλούμενη το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής), η M.K. διαμαρτυρήθηκε ότι οι ελληνικές αρχές δεν συμμορφώθηκαν με τις αποφάσεις που εξέδωσαν υπέρ αυτής τα ελληνικά και τα γαλλικά δικαστήρια σχετικά με την επιμέλεια του γιου της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αρνήθηκαν να διευκολύνουν την επιστροφή του παιδιού στη Γαλλία και ότι αγνόησαν τις καταγγελίες της κατά του πρώην συζύγου της για απαγωγή τέκνων.

Η προσφυγή κατατέθηκε ενώπιον του ΕΔΔΑ την 1 Σεπτεμβρίου 2016.

Το ΕΔΔΑ επεσήμανε εκ των προτέρων ότι πολλές δικαστικές αποφάσεις - δύο εκ των οποίων ήταν οριστικές - είχαν αναθέσει την επιμέλεια του Α. στη μητέρα του Μ.Κ. και ότι υπήρξε παρέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος σεβασμού να σεβαστεί της οικογενειακής ζωής της τελευταίας.

Όταν η M.K. υπέβαλε αίτηση ενώπιον της εισαγγελίας προτείνοντας την προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας στις κοινωνικές υπηρεσίες μέχρι να της επιστραφεί το παιδί, ο εισαγγελέας είχε προωθήσει αυθημερόν το αίτημα στην αρμόδια υπηρεσία και είχε επίσης κινήσει διαδικασία. Οι κοινωνικές υπηρεσίες απάντησαν γρήγορα και μίλησαν με το παιδί. Ο Α., ο οποίος ήταν τότε 13 ετών, τους είχε πει ότι ήθελε να μείνει με τον πατέρα του, στο σπίτι του οποίου διέμενε με τον αδελφό του και την γιαγιά του από την πλευρά του πατέρα μέχρι ο αδερφός του να τελειώσει Λύκειο και να αποφασίσει πού ήθελε να σπουδάσει. Ο Α. είχε καταγγείλει επίσης ότι έλειπε τέσσερις εβδομάδες από το σχολείο, λέγοντας ότι ήθελε να εγγραφεί σε σχολείο στα Ιωάννινα (Ελλάδα) και επανέλαβε ότι δεν ήθελε να επιστρέψει στη Γαλλία. Επιπλέον, η έκθεση του κοινωνικού λειτουργού τόνιζε ότι ήταν ζωτικής σημασίας για τους γονείς να καταλήξουν σε συμβιβασμό και να σταματήσουν να διαταράσσουν την ψυχολογική ηρεμία των παιδιών τους και ιδιαίτερα εκείνη του Α. Επιπλέον, κατά την διαδικασία ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, ο Α. είχε δηλώσει ότι επιθυμούσε να παραμείνει μαζί με τον αδελφό του και τον πατέρα του, προσθέτοντας ότι αισθανόταν μεγαλύτερη ασφάλεια μαζί τους, αν και αγαπούσε την μητέρα του. Τέλος, ένας ψυχολόγος που αξιολόγησε τα πορίσματα του κοινωνικού λειτουργού σημείωσε στην έκθεσή του ότι ο Α. είχε εκφράσει σαφή και επίμονη επιθυμία να παραμείνει στην Ελλάδα με τον αδερφό του για να διατηρήσει τις σχέσεις του εκεί και να συνεχίσει τις δραστηριότητές του. Ο Α. είχε αναφέρει επίσης ότι η σύγκρουση μεταξύ των γονιών του του προκαλούσε κούραση και λύπη και ότι ήταν θυμωμένος με την μητέρα του επειδή επέμενε ότι θα πρέπει να επιστρέψει στη Γαλλία παρά τις επιθυμίες του. Επιπλέον, ο ψυχολόγος είχε ταχθεί υπέρ του μη χωρισμού των παιδιών, τα οποία περιέγραψαν τη σχέση τους ως μια σχέση αμοιβαίας υποστήριξης και βοήθειας.

Επίσης, ιδίως λόγω της πολύ συγκρουσιακής σχέσης μεταξύ M.K. και A.V. και του γεγονότος ότι η Μ.Κ. ζούσε στη Γαλλία, οι αρχές δεν μπόρεσαν να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στη συνεργασία και τις διαπραγματεύσεις μεταξύ τους ή στη διαμεσολάβηση. Επιπλέον, ο Α. ήταν σε μια ηλικία κατανόησης και κατά τον κρίσιμο χρόνο, είχε σαφώς εκφράσει τη βούλησή του ενώπιον των ελληνικών αρχών να μείνει με τον αδελφό του και τον πατέρα του στην Ελλάδα.. Επίσης, το άρθρο 13 της Σύμβασης της Χάγης προβλέπει ότι οι αρχές μπορούν να αρνούνται την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσουν ότι αυτό διαφωνεί με την ενέργεια αυτή, εφόσον, ενόψει της ηλικίας και της ωριμότητάς του, είναι σκόπιμο να ληφθεί υπόψη η γνώμη αυτή.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων και του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει το καθ’ ου κράτος, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι ελληνικές αρχές έλαβαν όλα τα εύλογα μέτρα που για να συμμορφωθούν με τις θετικές τους υποχρεώσεις βάσει του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Επομένως, δεν υπήρξε παραβίαση της διάταξης αυτής (Μειοψ.).

Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης στα γαλλικά είναι διαθέσιμο εδώ.