Πρόσφατη νομολογία


8 Ιουν 2022

ΕΔΔΑ Εκκλησία της Ελλάδας κατά Ελλάδας της 2.6.2022: Μη εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων άρσης απαλλοτρίωσης & δικαίωμα δίκαιης δίκης (προσφ. υπ’ αρ. 25207/2013)

Η προσφυγή αφορά τη μη εκτέλεση των υπ’ αριθμ. 1429/2001, 1430/2001, 1703/2001, 1704/2001 και 1705/2001 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Οι αποφάσεις αυτές ακύρωσαν τη σιωπηρή άρνηση της Διοίκησης να διατάξει την άρση των απαλλοτριώσεων γης που ανήκε στην προσφεύγουσα και παρέπεμψε τις υποθέσεις στη Διοίκηση. Κατόπιν, με τις υπ’ αριθμ. 46/2012, 48/2012, 49/2012, 50/2012, 51/2012 αποφάσεις της αρμόδιας επιτροπής παρακολούθησης της ορθής εκτέλεσης από τη Διοίκηση των αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων («τριμελής επιτροπή») του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίστηκε η άρνηση της Διοίκησης να συμμορφωθεί με τις επίμαχες αποφάσεις. Στην προσφεύγουσα επιδικάστηκαν ποσά, προκειμένου να επιβληθούν κυρώσεις σε βάρος της Διοίκηση για τη μη εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων. Η Εκκλησία της Ελλάδος προσέφυγε ενώπιον του ΕΔΔΑ ισχυριζόμενη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ, η μη εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων θα είχε ως αποτέλεσμα παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασής της σε δικαστήριο.

Το ΕΔΔΑ επισημαίνει ότι η τριμελής επιτροπή διαπίστωσε την παράλειψη της Διοίκησης να συμμορφωθεί με τις εν λόγω αποφάσεις. Το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει παλαιότερη νομολογία του, σύμφωνα με την οποία, όταν από την εξέταση του φακέλου προκύπτει ότι η Διοίκηση έχει ζητήσει την προσκόμιση εγγράφων ως πρόσχημα για να αποφύγει την εκτέλεση τελεσίδικης αποφάσεως ή, με επιβλαβή τρόπο, να καθυστερήσει την εκτέλεσή της, το ωφέλιμο αποτέλεσμα που επιδιώκεται από το άρθρο 6 § 1 της ΕΣΔΑ ενδέχεται να υποστεί σοβαρή βλάβη. Οι γενικές αρχές σχετικά με τη μη εκτέλεση ή την καθυστερημένη εκτέλεση των αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων συνοψίζονται στις αποφάσεις Bousiou, που αναφέρονται παραπάνω, §§ 33-35, και Βασιλειάδου κατά Ελλάδας, αρ.προσφ. 32884/09, §§ 33-37, 6 Απριλίου 2017. Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ επισημαίνει ότι η Διοίκηση δεν προέβη στην εκτέλεση των αποφάσεων υπ’ αριθμ. 1429/2001, 1430/2001, 1703/2001, 1704/2001 και 1705/2001 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και τίποτα δεν δικαιολογεί αυτή την καθυστέρηση. Επομένως, φαίνεται ότι η Διοίκηση δεν συμμορφώθηκε με τις εν λόγω αποφάσεις και συνεπώς υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Κατόπιν, το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ο προσφεύγων πρέπει να τεθεί, στο μέτρο του δυνατού, σε κατάσταση ισοδύναμη με αυτήν που θα βρισκόταν ο ίδιος, εάν δεν υπήρχε παραβίαση της διάταξης αυτής. Η απόφαση που διαπιστώνει παραβίαση συνεπάγεται για το καθ’ ου κράτος τη νομική υποχρέωση, όχι μόνο να καταβάλει στον προσφεύγοντα τα ποσά που επιδικάστηκαν ως δίκαιη ικανοποίηση, αλλά και να επιλέξει, υπό την επίβλεψη της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, γενικά ή/και, κατά περίπτωση, εξατομικευμένα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται στην εσωτερική έννομη τάξη του προκειμένου να τερματίζεται η παραβίαση που διαπίστωσε το ΕΔΔΑ και να περιορίζονται στο μέτρο του δυνατού οι συνέπειες της παραβίασης αυτής, ώστε να αποκαθίσταται όσο το δυνατόν γρηγορότερα η πρότερη κατάσταση. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε εξαρχής την πάγια θέση του ότι η εκτέλεση μιας εθνικής απόφασης παραμένει το καταλληλότερο μέσο αποκατάστασης στην περίπτωση παραβιάσεων του άρθρου 6 όπως αυτή που διαπιστώθηκε στην κρινόμενη υπόθεση. Το ΕΔΔΑ, λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω σκέψεις του, θεωρεί επομένως ότι το καθ’ ου κράτος πρέπει να εξασφαλίσει, με κατάλληλα μέτρα, την ταχεία εκτέλεση των υπ’ αριθμ. 1429/2001, 1430/2001, 1703/2001, 1704/2001 και 1705/2001 αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης στα γαλλικά είναι διαθέσιμο εδώ.