Πρόσφατη νομολογία


9 Οκτ 2017

ΕΔΔΑ: Becker v. Νορβηγίας. Προτροπή σε δημοσιογράφο να αποκαλύψει τις πηγές του δεν δικαιολογείται, ακόμη και αν η πηγή είναι γνωστή στις αρχές.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2017 (Υπόθεση Becker κατά Νορβηγίας, αρ. προσφυγής 21272/12) έκρινε ότι η προτροπή σε δημοσιογράφο να αποκαλύψει τις πηγές του δεν δικαιολογείται, ακόμη και αν η πηγή είναι γνωστή στις αρχές.

Στην παρούσα υπόθεση, το ΕΔΔΑ εξέτασε την προσφυγή δημοσιογράφου από τη Νορβηγία, η  οποία κλήθηκε από τις δικαστικές αρχές της Χώρας της να αποκαλύψει στοιχεία σε μια ποινική δίκη σχετική με πρόσωπο, το οποίο αποτελούσε μια από τις πηγές της. Το πρόσωπο αυτό είχε επιβεβαιώσει ενώπιον των αστυνομικών αρχών ότι είχε έρθει σε επαφή με την προσφεύγουσα δημοσιογράφο, προκειμένου η τελευταία να γράψει ένα άρθρο σχετικά με την άσχημη οικονομική κατάσταση της Νορβηγικής Εταιρείας Πετρελαίων. Μετά από την δημοσίευση του εν λόγω άρθρου, έπεσε το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, ενώ το πρόσωπο που αποτέλεσε την πηγή του άρθρου, κατηγορήθηκε ότι χρησιμοποίησε την προσφεύγουσα δημοσιογράφο, προκειμένου να χειραγωγήσει την χρηματοπιστωτική αγορά. Η προσφεύγουσα, βασιζόμενη τόσο στην εθνική νομοθεσία όσο και στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, αρνήθηκε να δώσει κατάθεση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας (μέχρι και το Ανώτατο Δικαστήριο της Νορβηγίας) εναντίον της πηγής της και, τα νορβηγικά δικαστήρια εξέδωσαν εντολή ζητώντας της να καταθέσει για την σχέση που την συνέδεε με τον κατηγορούμενο-πηγή, με το αιτιολογικό ότι δεν ετίθετο ζήτημα προστασίας της δημοσιογραφικής πηγής, εφόσον ο κατηγορούμενος είχε απευθυνθεί ο ίδιος στις αρχές.

Στη συνέχεια, η δημοσιογράφος προσέφυγε ενώπιον του ΕΔΔΑ, επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία της έκφρασης) και ισχυριζόμενη ότι η δικαστική εντολή, με την οποία της ζητήθηκε να αποδείξει τις επαφές της με τον κατηγορούμενο που υπήρξε η πηγή του άρθρου της, θα μπορούσε με μεγάλη πιθανότητα να οδηγήσει στην αποκάλυψη της ταυτότητας και άλλων πηγών.

Το ΕΔΔΑ επεσήμανε ότι ο βαθμός προστασίας των δημοσιογράφων ως προς το δικαίωμά τους να διατηρούν απόρρητες τις πηγές τους εξαρτάται τόσο από τον δημοσιογράφο όσο και από την πηγή του. Στην συγκεκριμένη υπόθεση, ως προς την ίδια την προσφεύγουσα, οι δημοσιογραφικές της μέθοδοι δεν είχαν ποτέ τεθεί υπό αμφισβήτηση και η ίδια δεν είχε κατηγορηθεί για οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο-πηγή, είχε κριθεί ένοχος σοβαρού εγκλήματος, είχε καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης και είχε επιβεβαιώσει ότι ήταν η πηγή της προσφεύγουσας. Αυτό σήμαινε ότι ο εφαρμοστέος βαθμός προστασίας στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν του ιδίου επιπέδου με αυτόν που θα μπορούσε να παρέχεται σε δημοσιογράφο ο οποίος είχε βοηθηθεί από άγνωστες πηγές για θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Ωστόσο, το ΕΔΔΑ επεσήμανε αφενός ότι η προστασία ενός δημοσιογράφου δεν θα μπορούσε αυτομάτως να καταργηθεί λόγω της συμπεριφοράς μιας πηγής, αφετέρου ότι η γνώση της ταυτότητας της πηγής δεν θα μπορούσε να είναι καθοριστική για την εκτίμησή της βάσει του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

Κατά την άποψη του ΕΔΔΑ, η εκτίμησή της επικεντρώθηκε κυρίως στο κατά πόσον η κατάθεση της προσφεύγουσας ήταν απαραίτητη κατά τη διάρκεια της ποινικής έρευνας και της συνακόλουθης δικαστικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου-πηγής. Η άρνηση της προσφεύγουσας να αποκαλύψει την πηγή (ή τις πηγές) της δεν εμπόδισε σε καμία χρονική στιγμή ούτε την διερεύνηση ούτε την διαδικασία εναντίον του κατηγορουμένου-πηγής. Συγκεκριμένα, η εισαγγελική αρχή άσκησε ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου χωρίς να λάβει πληροφορίες από την προσφεύγουσα, ενώ τα δικαστήρια σε καμία περίπτωση δεν εμποδίστηκαν να εξετάσουν το βάσιμο των κατηγοριών. Στις αποφάσεις τους, δεν άφησαν να εννοηθεί ότι η άρνηση της προσφεύγουσας να καταθέσει είχε προκαλέσει ανησυχίες. Αντιθέτως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που καταδίκασε τον κατηγορούμενο-πηγή είχε ενημερωθεί από τον εισαγγελέα ότι δεν ήταν απαραίτητη η αναβολή εκδίκασης (εν αναμονή οριστικής απόφασης εν όψει διεξαγωγής αποδείξεων), διότι η υπόθεση είχε εξετασθεί επαρκώς ακόμη και χωρίς την κατάθεση της προσφεύγουσας. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη παλαιότερη νομολογία του, η οποία υπογραμμίζει το αρνητικό κλίμα που διαμορφώνεται κάθε φορά που οι δημοσιογράφοι αναγκάζονται να αποκαλύπτουν ανώνυμες πηγές, το ΕΔΔΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ούτε οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ούτε οι λόγοι περί εξυπηρέτησης ενός «γενικού συμφέροντος» δικαιολογούσαν την υποχρέωση της προσφεύγουσας να καταθέσει ενώπιον των νορβηγικών δικαστηρίων. Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.

Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης στα αγγλικά είναι διαθέσιμο εδώ.