7 Νοε 2017
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017 (υπόθεση Τσαλκιτζής κατά Ελλάδας αρ. προσφυγής 72624/10) έκρινε ότι η απόρριψη αιτήματος αναβολής ποινικής δίκης πριν την ολοκλήρωση της εξέτασης προγενέστερης ποινικής δίωξης δεν παραβιάζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα δίκαιης δίκης).
Η παρούσα υπόθεση αφορά αιτίαση περί προσβολής του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και συνδέεται ως με παλαιότερη απόφαση του ΕΔΔΑ μεταξύ των ιδίων διαδίκων (Απόφαση της 16.11.2006, Τσακιλτζής κατά Ελλάδας, αρ. προσφ. 11801/04). Ειδικότερα, η υπόθεση αφορούσε την καταδίκη του προσφεύγοντος για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση εναντίον βουλευτή, ενώ οι καταγγελίες που είχε κάνει κατά του ίδιου βουλευτή δεν είχαν ποτέ εκδικαστεί λόγω της ασυλίας που ο τελευταίος απολάμβανε δυνάμει του άρθρου 62 του Ελληνικού Συντάγματος. Το έτος 2001, ο προσφεύγων κατέθεσε μήνυση σε βάρος του βουλευτή για παράβαση καθήκοντος και εκβίαση την περίοδο που ο βουλευτής ήταν δήμαρχος Κηφισιάς. Η δίωξη σε βάρος του βουλευτή δεν προχώρησε ποτέ όμως, καθώς το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να άρει την ασυλία του. Με την απόφασή του της 16.11.2006, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η άρνηση της Βουλής να άρει την ασυλία του βουλευτή για πράξεις που είχαν τελεσθεί πριν από την εκλογή του, είχε παραβιάσει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο βάσει του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ. Μέχρι σήμερα, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει την εποπτεία της εκτέλεσης της απόφασης αυτής. Εν τω μεταξύ, το 2004, ο βουλευτής κατέθεσε μήνυση κατά του προσφεύγοντος για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του και κινήθηκαν οι ποινικές διαδικασίες, με συνέπεια ο προσφεύγων να δικασθεί ερήμην από το Πρωτοδικείο Αθηνών και να καταδικασθεί σε 20 μήνες φυλάκιση και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Ο προσφεύγων προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, υποστηρίζοντας ότι η δίκη του για συκοφαντική δυσφήμηση θα έπρεπε να είχε ανασταλεί μέχρι το τέλος της ποινικής διαδικασίας που είχε κινήσει ο ίδιος νωρίτερα κατά του βουλευτή. Ωστόσο, σε ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα το έτος 2009, το Εφετείο απέρριψε την έφεση κρίνοντας ότι δεν υπήρξε ποτέ ποινική δίωξη εναντίον του βουλευτή και, συνεπώς, δεν υπήρχαν εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες που να δικαιολογούν την αναστολή της διαδικασίας κατά του προσφεύγοντος. Το Εφετείο εξέτασε μάλιστα μάρτυρες (πέντε μάρτυρες κατηγορίας και έναν υπεράσπισης, ο ίδιος ο προσφεύγων δεν κατέθεσε) και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Αίτηση αναιρέσεως του προσφεύγοντος ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά της δευτεροβάθμιας αποφάσεως για νομικούς λόγους απορρίφθηκε επίσης τον Μάιο του 2010, ενώ εκείνος παρέμεινε οκτώ ημέρες στην φυλακή προτού η ποινή του μετατραπεί σε κοινωνική υπηρεσία και απελευθερωθεί μετά από την καταβολή σχετικού χρηματικού ποσού. Βασιζόμενος στο άρθρο 6 παρ. 1 (δικαίωμα δίκαιης δίκης), ο προσφεύγων ισχυρίσθηκε ότι η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του για ψευδή καταμήνυση, ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση ήταν άδικη, καθώς η άρνηση των εθνικών δικαστηρίων να αναστείλουν ή να αναβάλλουν την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του μέχρι τη λήξη της διαδικασίας που είχε κινήσει ο ίδιος νωρίτερα κατά του βουλευτή ήταν υπερβολικά τυπολατρική, ιδίως ενόψει της απόφασης του ΕΔΔΑ του 2006. Το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς αυτούς, καθώς έκρινε ότι όταν το Εφετείο απέρριψε το αίτημα του προσφεύγοντος περί αναστολής ή αναβολής της ποινικής διαδικασίας, έλαβε υπόψη την απόφαση του ΕΔΔΑ και εξέτασε το σχετικό αίτημα υπό το φως τόσο της εθνικής νομοθεσίας, όσο και της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Επίσης, παρέμενε ασαφές αν η ποινική καταγγελία του προσφεύγοντος κατά του βουλευτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του τελευταίου μετά τη λήξη της θητείας του, όπως υποστήριξε ο προσφεύγων. Ωστόσο, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, στην υπό κρίση υπόθεση εξεταζόταν η διαδικασία κατά του προσφεύγοντος και η παραβίαση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη και όχι η μήνυσή του κατά του βουλευτή. Οι δύο διαδικασίες, μολονότι συνδέονται στενά, διακρίνονται μεταξύ τους. Η αναγνώριση ασυλίας στα μέλη του Κοινοβουλίου ενδέχεται να θίγει τα θεμελιώδη δικαιώματα σε ορισμένες περιπτώσεις, πλην όμως δεν είναι δυνατό να θεωρείται, σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις, η βουλευτική ασυλία ως δυσανάλογος περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Υπό το φως των ανωτέρω, το ΕΔΔΑ δεν διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Ολόκληρο το κείμενο της απόφασης στα αγγλικά είναι διαθέσιμο εδώ.