Πρόσφατη νομολογία


27 Μαΐ 2022

ΔΕφΠειρ A377/2022: Προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής ne bis in idem σε περίπτωση παραβάσεων του ΚΒΣ

Με την κρινόμενη έφεση, το εκκαλούν Δημόσιο ζητεί την εξαφάνιση της με αριθ. Α 507/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή η από 26.06.2009 προσφυγή του εφεσιβλήτου και ακυρώθηκε η με αριθ. …/08.04.2009 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας. Με την απόφαση αυτή είχε επιβληθεί σε βάρος του εφεσιβλήτου πρόστιμο συνολικού ύψους 240.000 ευρώ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 και 19 του ν. 2523/1997, λόγω λήψεως δύο εικονικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών (ΤΠΥ), κατά παράβαση των άρθρων 2 παρ. 1, 7 παρ. 1, 12 παρ. 1 και 14 και 18 παρ. 2 και 9 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ, π.δ. 186/1992), κατά την διαχειριστική περίοδο 01.01.-31.12.2004. Η καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού), μέσω της διαπίστωσης των οικείων παραβάσεων και της επιβολής των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στον νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα, επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοίκησης, η νομιμότητα των πράξεων της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος. Συναφώς, ο νομοθέτης μπορεί να χαρακτηρίσει όχι μόνο ως διοικητικές παραβάσεις αλλά και ως ποινικά αδικήματα τις πλέον σοβαρές, από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσης, παραβάσεις φοροδιαφυγής, που, κατά την εκτίμησή του, χρήζουν έντονης κοινωνικής αποδοκιμασίας και απαιτούν συμπληρωματικές κυρώσεις, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπισή τους. Πάντως, δεδομένου ότι η εφαρμογή και η επιβολή της διοικητικής νομοθεσίας περί φορολογίας ανάγεται στην άσκηση της κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος εκτελεστικής λειτουργίας, η δράση της οποίας, σε περίπτωση αμφισβήτησης της νομιμότητας των πράξεών της, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, στον δικαιοδοτικό έλεγχο του διοικητικού δικαστή, που είναι ο “φυσικός” δικαστής των διαφορών μεταξύ του Κράτους και των διοικουμένων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, η διπλή, διοικητική και ποινική, διαδικασία, που προβλέπεται στον νόμο για την αντιμετώπιση παραβάσεων φοροδιαφυγής, πρέπει, ανεξαρτήτως του ποσού αυτής, να οργανώνεται νομοθετικά και να διενεργείται κατά τρόπο ώστε ο ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται κατόπιν της τελεσίδικης κρίσεως της ουσίας της υποθέσεως από τον διοικητικό δικαστή, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή ποινική καταδίκη για φοροδιαφυγή σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής κρίνει, για λόγους αναγόμενους στην ουσία, ότι δεν είναι νόμιμη η σχετική καταλογιστική πράξη της Διοίκησης. Οι προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις ναι μεν έχουν την παραπάνω έννοια, καθώς και την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης κωλύεται να εξαρτήσει την άσκηση των ως άνω εξουσιών της Διοίκησης ή/και της αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων για επίλυση των σχετικών διαφορών από την προηγούμενη ποινική καταδίκη του φορολογουμένου για το αντίστοιχα προβλεπόμενο ποινικό αδίκημα φοροδιαφυγής, αλλά, πάντως, σε περίπτωση που προβλέπονται για την ίδια παραβατική συμπεριφορά τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις, δεν αποκλείουν την θέσπιση και την εφαρμογή διατάξεων νόμου (όπως εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ) από τις οποίες να προκύπτει επίδραση της αμετακλήτως περατωθείσας ποινικής διαδικασίας και δίκης περί φοροδιαφυγής στην αντίστοιχη διοικητική διαδικασία και δίκη. Πάντως, τέτοιες διατάξεις, στο μέτρο που προβλέπουν δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από τις κρίσεις του ποινικού δικαστή, όσον αφορά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι η ποινική διαδικασία περί φοροδιαφυγής προϋποθέτει, κατά το Σύνταγμα, την έκδοση σχετικής διοικητικής καταλογιστικής πράξεως, εξοπλισμένης με το τεκμήριο νομιμότητας, το οποίο μπορεί να ανατραπεί (εν όλω ή εν μέρει) μόνον μέσω της ακύρωσης ή της τροποποίησής της από τον διοικητικό δικαστή, που είναι, κατά το Σύνταγμα, ο “φυσικός” δικαστής του ελέγχου του νόμω και ουσία βασίμου της. Η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β΄ του ΚΔΔικ. έχει την έννοια ότι (α) το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, μόνον αν η ποινική απόφαση αφορά στην ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα με την ένδικη διοικητική πράξη, με την οποία του επιβλήθηκε διοικητική κύρωση, και (β) η παραγόμενη δέσμευση αφορά στην «ενοχή» του προσφεύγοντος, ήτοι στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του. Επομένως, στο πλαίσιο διοικητικής διαφοράς από την επιβολή στον προσφεύγοντα διοικητικού προστίμου λόγω εκδόσεως ή λήψεως εικονικών τιμολογίων, η αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, για την ίδια παράβαση, παράγει δέσμευση όσον αφορά την νομιμότητα του καταλογισμού σε βάρος του προστίμου, υπό την έννοια ότι οδηγεί στην ακύρωση από το διοικητικό δικαστήριο της πράξεως καταλογισμού στον προσφεύγοντα του διοικητικού προστίμου, ήτοι σε αποτέλεσμα που αντανακλά τις επιταγές του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, αντίθετη δε ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία το διοικητικό δικαστήριο, ακολουθώντας την ποινική κρίση, επικυρώνει τον γενόμενο από την Διοίκηση καταλογισμό της παραβάσεως και του συναφούς προστίμου, θα ήταν κατ' αρχήν ασύμβατη με την απαγόρευση ne bis in idem. Ωστόσο, η ως άνω δέσμευση, που καταλήγει στο προαναφερόμενο αποτέλεσμα (ακύρωση της πράξεως επιβολής του προστίμου), παράγεται υπό την προϋπόθεση ότι η αμετακλήτως επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση, αυτοτελώς ορώμενη, είναι αποτελεσματική, αποτρεπτική και ανάλογη της σοβαρότητας της παραβάσεως. Ο διοικητικός δικαστής εξετάζει εάν η επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση πληροί την προαναφερόμενη απαίτηση, λαμβάνοντας υπόψη του, ιδίως, εάν η επιβληθείσα ποινή κινείται στα κατώτατα όρια της προβλεπόμενης στον νόμο, παρά την σοβαρότητα της καταλογισθείσας παραβάσεως, εάν επιβλήθηκε με αναστολή κ.λπ. Περαιτέρω, εάν θεωρήσει ότι η αμετακλήτως καταγνωσθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση είναι εμφανώς υπερβολικά ελαφριά σε σχέση με την αποδοθείσα παράβαση, ώστε να μην πληρούται η προαναφερόμενη προϋπόθεση, ο διοικητικός δικαστής δεν δεσμεύεται από την αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση και, συνεπώς, δεν τερματίζει την ενώπιόν του διαδικασία, ακυρώνοντας την διοικητική πράξη περί επιβολής προστίμου, αλλά, ενόψει και του ότι αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, τον «φυσικό» δικαστή των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, εκφέρει ίδια και αυτοτελή κρίση επί της υποθέσεως, υποχρεούμενος, πάντως, να συνεκτιμήσει ειδικώς την καταδικαστική ποινική απόφαση. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο, δεσμευόμενο από την προαναφερθείσα αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση για την ίδια ένδικη παράβαση της λήψεως των δύο εικονικών ΤΠΥ, όσον αφορά την νομιμότητα του καταλογισμού σε βάρος του εφεσιβλήτου, έκρινε ότι νομίμως με την εκκαλουμένη ακυρώθηκε η ένδικη πράξη απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος.


Σύνδεσμος

ΔΕφΠειρ A377/2022 - Πλήρες κείμενο »