28 Ιαν 2026
Έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά απόφασης με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή προσφυγή και τροποποιήθηκε πράξη επιβολής προστίμου Σ.ΕΠ.Ε., η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 περ.δ’ ν. 3996/2011, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 31 παρ. 2 Ν. 4488/2017, ως προς το ύψος του αρχικά επιβληθέντος προστίμου ποσού 25.000 ευρώ, το οποίο περιορίστηκε στο ποσό των 6.000 ευρώ. Αρχή αναδρομικής εφαρμογής ηπιότερης κύρωσης. Απορρίπτεται η ένδικη έφεση, καθώς οι διατάξεις αμφοτέρων των 2063/Δ1/632/2011 και 60201/Δ7.1422/20.12.2019 ΥΑ που θεσπίζουν κυρώσεις σε περίπτωση άρνησης παροχής στοιχείων ή πληροφορικών από τον εργοδότη, είναι συγκρίσιμες, η δε μεταβολή των κανονιστικών ρυθμίσεων (ως προς το ποσό του επιβλητέου προστίμου) οφείλεται στην επιεικέστερη αξιολόγηση της προκείμενης παράβασης και όχι στη θέσπιση νέου, ουσιωδώς διαφορετικού κανονιστικού πλαισίου υποχρεώσεων του εργοδότη∙ νόμιμα και ορθά κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, ότι οι μεταγενέστερες διατάξεις της ΥΑ 60201/Δ7.1422/20.12.2019, ως ηπιότερες, πρέπει, ενόψει της ανωτέρω αρχής, να εφαρμοσθούν και στην υπό κρίση περίπτωση, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν αποκλείουν ρητά την εφαρμογή της αρχής αυτής, η οποία, άλλωστε, είναι εφαρμοστέα ως γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, όχι μόνο επί φορολογικών παραβάσεων, αλλά και προκειμένου για κυρώσεις των λοιπών διοικητικών παραβάσεων. Αρχή διάκρισης εξουσιών∙ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας την αρχή jura novit curia, δύναται να προβεί στην μεταρρύθμιση του επιβληθέντος προστίμου, ενώ δεν συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση κατά την οποία η Διοίκηση με την επιβολή του ένδικου προστίμου δεν άσκησε την εκ του νόμου διακριτική της ευχέρεια, ώστε να οφείλει το δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση σε αυτή.