21 Ιαν 2026
Προδικαστικά ερωτήματα προς ΣτΕ:
Α) Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 2 [παρ. 4] και 4 Κ.Υ.Α. Δ1α/ΓΠ.οικ.27707/4.5.2021, ομοίως δε και της μεταγενέστερης Κ.Υ.Α. Δ1α/ΓΠ.οικ.30518/17.5.2021, οι οποίες εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 46 ν. 4790/2021, και του άρθρου 5 Κ.Υ.Α. Δ1α/ΓΠ.οικ. 26390/24.4.2021, προκύπτει ότι, αν εκπαιδευτικός δεν υποβληθεί σε διαγνωστικό έλεγχο για νόσηση από τον κορωνοϊό COVID-19 και δεν επιδείξει αρνητική δήλωση αποτελέσματος του διαγνωστικού ελέγχου στον διευθυντή του σχολείου κατά την προσέλευσή του στη σχολική μονάδα, τότε ο διευθυντής του σχολείου υποχρεούται να μην του επιτρέψει να παρέχει την εργασία του με φυσική παρουσία στον τόπο εργασίας του, δηλαδή στην αίθουσα διδασκαλίας, ενώ επιβάλλεται σε βάρος του και το διοικητικό μέτρο της περικοπής αποδοχών του λόγω υπαίτιας μη παροχής εργασίας για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η παραπάνω συμπεριφορά του και η συνακόλουθη υπαίτια μη παροχή εργασίας του με φυσική παρουσία του στον τόπο εργασίας του. Ερωτάται λοιπόν αν από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η παραπάνω συμπεριφορά του εκπαιδευτικού συνιστά (ή δεν συνιστά) και πειθαρχικό παράπτωμα [ένα η περισσότερα] του άρθρου 107 παρ. 1 ΥΚ λαμβάνοντας υπόψη: Ι) τη μη ρητή πρόβλεψη τέτοιου πειθαρχικού παραπτώματος στο κείμενο των ανωτέρω Κ.Υ.Α., σε αντίθεση με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 5 της τρίτης από τις ανωτέρω Κ.Υ.Α. για τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος από τα αρμόδια όργανα που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους να μεριμνήσουν για την επίδειξη σε αυτούς αρνητικής δήλωσης αποτελέσματος διαγνωστικού ελέγχου νόσησης από τον κορωνοϊό COVID-19 των προσερχόμενων στον τόπο εργασίας τους υπαλλήλων του Δημοσίου και για την απαγόρευση της παροχής εργασίας με φυσική παρουσία στον τόπο εργασίας σε όσους δεν επιδεικνύουν την παραπάνω δήλωση στα παραπάνω όργανα κατά την προσέλευσή τους στον τόπο εργασίας τους, ΙΙ) το εύρος της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 46 ν. 4790/2021, υπό την έννοια ότι η ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη αναφέρεται σε «διοικητικές κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν» κατά των παραπάνω υποχρέων να επιδείξουν δήλωση αποτελέσματος διαγνωστικού ελέγχου νόσησης από τον κορωνοϊό COVID-19, αν δεν επιδείξουν τη δήλωση αυτή, αλλά δεν αναφέρεται σε πειθαρχικές κυρώσεις, καθώς και ΙΙΙ) όσα έγιναν δεκτά με τη σκέψη 17 της ΣτΕ 1386/2021. Ειδικότερα, ερωτάται αν παρίσταται προδήλως δυσανάλογη, κατά παράβαση της κατοχυρωμένης στο άρθρο 25 παρ.1 εδαφ. δ΄ Συντ. αρχής της αναλογικότητας, η σώρευση του διοικητικού μέτρου της περικοπής αποδοχών λόγω υπαίτιας μη παροχής εργασίας προελθούσας από την παραπάνω μη επίδειξη από τον δημόσιο υπάλληλο κατά την προσέλευσή του στον τόπο εργασίας του δήλωσης αρνητικού αποτελέσματος διαγνωστικού ελέγχου νόσησης από τον κορωνοϊό COVID-19, και πειθαρχικής ποινής από την ίδια αιτία και
Β) Σε περίπτωση που η απάντηση στο παραπάνω πρώτο ερώτημα είναι θετική, ότι δηλαδή εν τέλει η μη επίδειξη από τον δημόσιο υπάλληλο κατά την προσέλευσή του στον τόπο εργασίας του δήλωσης αρνητικού αποτελέσματος διαγνωστικού ελέγχου νόσησης από τον κορωνοϊό COVID-19 αποτελεί και πειθαρχικό παράπτωμα (ένα ή περισσότερα), ερωτάται περαιτέρω αν (και υπό ποιες τυχόν περαιτέρω προϋποθέσεις) ο εν λόγω δημόσιος υπάλληλος βρίσκεται σε συγγνωστή νομική πλάνη αίρουσα τον πειθαρχικό καταλογισμό του, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 106 και 108 παρ.2 περ. ε΄ ΥΚ και του –παραπεμπόμενου από την τελευταία διάταξη– άρθρου 31 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 Ποινικού Κώδικα, σε περίπτωση που η παραπάνω μη συμμόρφωσή του με την ανωτέρω (προβλεπόμενη στο νόμο και σε κανονιστικές πράξεις [ΚΥΑ] εκδοθείσες κατ’ εξουσιοδότηση νόμου) υποχρέωσή του για υποβολή σε διαγνωστικό έλεγχο νόσησης από τον κορωνοϊό COVID – 19 ως αναγκαία προϋπόθεση για την παροχή εργασίας του με φυσική παρουσία του στον τόπο εργασίας του, γίνεται με δήλωση προς τον προϊστάμενό του, με την οποία ειδικότερα αυτός δηλώνει ότι θεωρεί ότι η εν λόγω υποχρέωσή του είναι αντίθετη σε συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος ή/και διεθνών συμβάσεων, οι οποίες κατοχυρώνουν ατομικά δικαιώματά του, και αρνείται να συμμορφωθεί με αυτήν, επικαλούμενος ότι συνιστά αντισυνταγματικό ή/και αντίθετο προς διεθνείς συμβάσεις περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων του, χωρίς όμως να έχουν ακόμη αποφανθεί τα ελληνικά δικαστήρια (και μάλιστα το ΣτΕ ως ανώτατο διοικητικό δικαστήριο) για τη συνταγματικότητα ή/και τη συμβατότητα με διεθνείς συμβάσεις (εφόσον οι τελευταίες έχουν κυρωθεί με νόμο, οπότε αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 Συντ.) των σχετικών διατάξεων νόμου, αλλά τα ελληνικά δικαστήρια (και μάλιστα το ΣτΕ) αποφαίνονται εκ των υστέρων ότι οι σχετικές διατάξεις νόμου είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις.