Πρόσφατη νομολογία


25 Αυγ 2026

ΔΕΕ της 16.7.2026, C‑26/25: Η επίκληση από κράτος μέλος των διατάξεων του εθνικού δικαίου του δεν δύνανται να υπονομεύσει την ενότητα & την αποτελεσματικότητα του Δικαίου ΕΕ

Το αιτούν δικαστήριο (Πρωτοδικείο Szeged, Ουγγαρία) υπέβαλε στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 4 § 3 και του άρθρου 19 § 1 ΣΕΕ, των άρθρων 20 και 267 ΣΛΕΕ, των άρθρων 1, 5, 7, 24, 41, 47, 51 και 52 ΧΘΔ, των άρθρων 1, 5 και 11 έως 13 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών και της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης. Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς μεταξύ του PQ, υπηκόου τρίτης χώρας, και της Εθνικής Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αλλοδαπών (περιφερειακή διεύθυνση Dél-Alföd) Ουγγαρίας και της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος, η οποία αφορά τη νομιμότητα της απόφασης επιστροφής που εκδόθηκε εις βάρος του PQ και της απαγόρευσης εισόδου και διαμονής που του επιβλήθηκε. Ειδικότερα, το έτος 2020 ο PQ υπέβαλε αίτηση για εθνική άδεια μόνιμης εγκατάστασης, επικαλούμενος την οικογενειακή του κατάσταση, για την οποία η αρμόδια υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος εκτίμησε, εκδίδοντας μη αιτιολογημένη γνώμη, ότι η διαμονή του PQ στην Ουγγαρία έθιγε τα συμφέροντα του εν λόγω κράτους μέλους στον τομέα της εθνικής ασφάλειας, χαρακτηρίζοντας ως διαβαθμισμένες πληροφορίες τα δεδομένα στα οποία βασίστηκε για την έκδοση της συγκεκριμένης γνώμης. Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα δικαιώματα που ενδεχομένως αναγνωρίζονται στους υπηκόους τρίτων χωρών δεν αποτελούν ίδια δικαιώματα των υπηκόων αυτών, αλλά παράγωγα δικαιώματα εκπορευόμενα από τα δικαιώματα του πολίτη της Ένωσης, τα οποία ερείδονται στη διαπίστωση ότι η άρνηση αναγνώρισής τους ενδέχεται να θίξει, μεταξύ άλλων, την ελευθερία κυκλοφορίας και διαμονής του πολίτη της Ένωσης στο έδαφος της Ένωσης. Ακολούθως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιστροφής χωρίς να λάβει υπόψη τα κρίσιμα στοιχεία της οικογενειακής ζωής του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας τα οποία αυτός επικαλέστηκε, έστω προς στήριξη αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής, ενώ όταν οι αρμόδιες αρχές πρόκειται να εκδώσουν απόφαση επιστροφής εις βάρος του γονέα ανηλίκου, πρέπει να προβούν σε γενική και εμπεριστατωμένη εκτίμηση της καταστάσεως του ανηλίκου λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού. Επισημαίνεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν, ιδίως όταν το απαιτεί η εθνική ασφάλεια, να μην παρέχουν στον ενδιαφερόμενο άμεση πρόσβαση στο σύνολο του φακέλου του στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής, όπως η επίδικη, και ιδίως να περιορίζουν τις πληροφορίες σχετικά με τους λόγους για την έκδοση των αποφάσεων εις βάρος του οι οποίοι αφορούν πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης καθιερώνει την προτεραιότητα του δικαίου της Ένωσης έναντι του δικαίου των κρατών μελών, με τα κράτη μέλη να οφείλουν να διασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα των διαφόρων κανόνων της Ένωσης. Συνεπώς, η επίκληση από κράτος μέλος των διατάξεων του εθνικού δικαίου του, ακόμη και του συνταγματικού, δεν είναι δυνατόν να υπονομεύσει την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης. Το ΔΕΕ κατέληξε στην κρίση ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ και το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν στις αρχές κράτους μέλους να εκδίδουν απόφαση επιστροφής εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, χωρίς οι εν λόγω αρχές να έχουν προηγουμένως εξετάσει τις συνέπειες της απόφασης επιστροφής στην οικογενειακή ζωή του υπηκόου τρίτης χώρας ή στην κατάσταση των ανήλικων τέκνων του στην περίπτωση που έχουν πληροφορίες σχετικά με την ύπαρξη οικογενειακών δεσμών μεταξύ του υπηκόου τρίτης χώρας και των εν λόγω πολιτών της Ένωσης. Επίσης, το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από το ανώτατο δικαστήριο του κράτους μέλους αυτού, η οποία αποκλείει την επίκληση του άρθρου 20 ΣΛΕΕ κατά απόφασης επιστροφής ή κατά τη διάρκεια διαδικασίας επιστροφής στην περίπτωση που είτε η επίκληση δικαιώματος διαμονής δυνάμει του άρθρου 20 ΣΛΕΕ ή σχέσης εξάρτησης γίνεται για πρώτη φορά στο στάδιο της ένδικης διαδικασίας, ενώ οι οικογενειακοί δεσμοί μεταξύ του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας και ενός πολίτη της Ένωσης ήταν ήδη γνωστοί στις αρμόδιες αρχές· είτε τα σχετικά κρίσιμα πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή του άρθρου 20 ΣΛΕΕ γίνονται γνωστά για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας· είτε της διαδικασίας επιστροφής προηγήθηκε απόφαση άρνησης αναγνώρισης δικαιώματος διαμονής στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 5, 12 και 13 της οδηγίας 2008/115, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιβάλλει στις αρχές του εν λόγω κράτους μέλους την υποχρέωση να εκδίδουν, εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας, απόφαση επιστροφής για λόγο εθνικής ασφάλειας αποκλειστικά και μόνο βάσει μη αιτιολογημένης δεσμευτικής γνώμης εκδοθείσας από όργανο επιφορτισμένο με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, χωρίς να εξετάζουν ενδελεχώς το σύνολο των ατομικών περιστάσεων και την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας. Τα άρθρα 12 και 13 της οδηγίας 2008/115, ερμηνευόμενα σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας, με το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, με τη γενική αρχή της χρηστής διοίκησης και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους, όπως αυτή ερμηνεύεται από το ανώτατο δικαστήριο του κράτους μέλους αυτού, η οποία προβλέπει, στην περίπτωση κατά την οποία μια απόφαση επιστροφής και μια απόφαση απαγόρευσης εισόδου οι οποίες εκδόθηκαν εις βάρος υπηκόου τρίτης χώρας που είναι μέλος της οικογένειας πολιτών της Ένωσης οι οποίοι έχουν την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους και ουδέποτε άσκησαν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας στηρίζονται σε πληροφορίες των οποίων η κοινοποίηση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους, ότι ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές παρά μόνον αφού λάβει σχετική άδεια, ότι δεν του γνωστοποιείται ούτε καν το ουσιώδες περιεχόμενο των λόγων επί των οποίων στηρίζονται οι εν λόγω αποφάσεις και ότι αυτός δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να χρησιμοποιήσει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή της ένδικης διαδικασίας, τις πληροφορίες στις οποίες μπόρεσε ενδεχομένως να αποκτήσει πρόσβαση, αλλά ότι το αρμόδιο δικαστήριο πρέπει να ζητήσει από εισαγγελέα να παρέμβει για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας. Η γενική αρχή της χρηστής διοίκησης και το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε ρύθμιση κράτους μέλους η οποία προβλέπει ότι όργανο επιφορτισμένo με εξειδικευμένα καθήκοντα συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια μπορεί, όταν εκτιμά ότι η ίδια η κοινοποίηση του ουσιώδους περιεχομένου των λόγων στους οποίους στηρίζεται μια απόφαση επιστροφής ενδέχεται να θίξει την εθνική ασφάλεια, να αρνηθεί κάθε κοινοποίηση των λόγων αυτών στον υπήκοο τρίτης χώρας τον οποίο αφορά η απόφαση επιστροφής. Αντιθέτως, το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά της απόφασης επιστροφής οφείλει, προκειμένου να διασφαλίσει τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας του ενδιαφερομένου, να συνάγει, κατά περίπτωση, τις συνέπειες ενδεχόμενης απόφασης των αρμόδιων αρχών να μη γνωστοποιήσουν το σύνολο ή μέρος του σκεπτικού της εν λόγω απόφασης και των συναφών με αυτήν αποδεικτικών στοιχείων.


Σύνδεσμος

ΔΕΕ της 16.7.2026, C‑26/25, Αίτηση προδικαστικής απόφασης, PQ κατά Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság, Alkotmányvédelmi Hivatal - Πλήρες κείμενο »