30 Απρ 2024
Το αιτούν Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Βουλγαρίας (Varhoven administrativen sad) υπέβαλε αίτηση προδικαστικής απόφασης στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του Direktor na Direktsia «Obzhalvane i danachno-osiguritelna praktika» Sofia pri Tsentralno upravlenie na Natsionalnata agentsia za prihodite (διευθυντή της Διεύθυνσης «Προσφυγές και πρακτική σε θέματα φορολογίας και κοινωνικής ασφάλισης» Σόφιας της Εθνικής Αρχής Δημοσίων Εσόδων, Βουλγαρία) και της «Legafact» EOOD, με αντικείμενο την ερμηνεία της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ και ειδικότερα αναφορικά με την πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) με την οποία βεβαιώθηκε οφειλή σε βάρος της ως άνω επιχείρησης. Η Legafact, εταιρεία με δράση στον τομέα της παροχής συμβουλών διαχείρισης, δεν ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο ΦΠΑ. Σε συνέχεια των τιμολογίων που η ίδια εξέδωσε, η αρχή δημοσίων εσόδων θεώρησε ότι η έκδοση ενός εκ των τιμολογίων επέφερε την υπέρβαση του κατώτατου ορίου φορολογητέου κύκλου εργασιών, περίπου 25.600 ευρώ, πέραν του οποίου καθίσταται υποχρεωτική η εγγραφή στο μητρώο ΦΠΑ και ότι η παράδοση που αντιστοιχούσε στο τιμολόγιο αυτό ήταν φορολογητέα δυνάμει του σχετικού άρθρου. Το Administrativen sad – Sofia grad (διοικητικό πρωτοδικείο Σόφιας) έκρινε, δεδομένου ότι η Legafact καθυστέρησε να υποβάλει την αίτηση εγγραφής στο μητρώο ΦΠΑ κατά τρεις μόνον ημέρες και ότι η δικογραφία της υπόθεσης της κύριας δίκης δεν περιέχει στοιχεία από τα οποία να προκύπτει δόλος εκ μέρους της, η κύρωση που της επιβλήθηκε ήταν δυσανάλογη. Περαιτέρω, το Varhoven administrativen sad (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα. Το ΔΕΕ απεφάνθη ότι η Οδηγία ΦΠΑ επιτρέπει στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τα ειδικά καθεστώτα τους για τις μικρές επιχειρήσεις, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική σκέψη 49 της Οδηγίας. Ως προς το ειδικό καθεστώς μικρών επιχειρήσεων, το οποίο εφαρμόζεται με τρόπο που κρίνουν τα κράτη μέλη, προβλέπει διοικητικές απλουστεύσεις που σκοπούν στην ενίσχυση της δημιουργίας μικρών επιχειρήσεων, της δραστηριότητας και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων αυτών, καθώς και στη διατήρηση μιας εύλογης σχέσης μεταξύ των διοικητικών βαρών που προκαλεί ο φορολογικός έλεγχος και των χαμηλών φορολογικών εσόδων που αναμένεται να εισπραχθούν. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή είσπραξη του φόρου και η πάταξη της φοροδιαφυγής, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να προβλέπουν με τις αντίστοιχες εθνικές νομοθεσίες τους τις κατάλληλες κυρώσεις για τον ποινικό κολασμό της μη συμμόρφωσης προς την υποχρέωση εγγραφής στο μητρώο υποκειμένων στον ΦΠΑ, οι κυρώσεις αυτές δεν πρέπει να βαίνουν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών αυτών. Το ΔΕΕ έκρινε ότι η Οδηγία 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση που έχει θεσπισθεί από κράτος μέλος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 287 της οδηγίας, η οποία εξαρτά το ευεργέτημα της απαλλαγής από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) υπέρ των μικρών επιχειρήσεων από την προϋπόθεση ότι ο υποκείμενος στον φόρο, του οποίου ο ετήσιος ή μετρηθείς επί χρονικό διάστημα δύο συνεχόμενων μηνών κύκλος εργασιών υπερβαίνει το ποσό που ορίζει η ως άνω διάταξη για το οικείο κράτος μέλος, υποβάλλει αίτηση εγγραφής στο μητρώο ΦΠΑ εντός της τασσόμενης προθεσμίας. Τέλος επεσήμανε ότι η Οδηγία 2006/112 δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι η εκ μέρους του υποκειμένου στον φόρο παράβαση της υποχρέωσης για εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης εγγραφής στο μητρώο φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), συνεπάγεται τη γένεση φορολογικής οφειλής, υπό την προϋπόθεση ότι η ρύθμιση αυτή, εφόσον και στον βαθμό που δεν περιορίζεται στην ανάκτηση του ΦΠΑ για τις πράξεις που διενεργήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο φόρος αυτός θα αναγραφόταν στα σχετικά τιμολόγια αν ο υποκείμενος στον φόρο είχε εκπληρώσει εμπρόθεσμα την υποχρέωσή του προς εγγραφή στο μητρώο ΦΠΑ, αφενός, τηρεί την αρχή της αποτελεσματικότητας κατά την καταπολέμηση των παραβάσεων των εναρμονισμένων κανόνων περί ΦΠΑ και, αφετέρου, πληροί τις απαιτήσεις περί αναλογικότητας, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου.