Πρόσφατη νομολογία


26 Ιαν 2026

ΔΕΕ C-902/24: Ένσταση συμψηφισμού της απαίτησης του επαγγελματία με την απαίτηση του καταναλωτή σε σύμβαση ενυπόθηκου δανείου εμπεριέχουσα καταχρηστικές ρήτρες

Το αιτούν δικαστήριο (Περιφερειακό Δικαστήριο Βαρσοβίας, Πολωνία) υπέβαλε στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης στο πλαίσιο της δίκης «RM, EM κατά Santander Bank Polska S.A.», με αντικείμενο την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 6 § 1 και 7 § 1 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, αναφορικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές και με τις αρχές της αποτελεσματικότητας, της ισοδυναμίας, της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας. Ειδικότερα, οι RM και EM άσκησαν αγωγή, ως καταναλωτές και κάτοικοι Πολωνίας, στρεφόμενοι κατά της τράπεζας με έδρα την Πολωνία «Santander Bank Polska S.A.», αιτούμενοι την επιστροφή των ποσών που κατέβαλαν στη SBP σε εκτέλεση σύμβασης ενυπόθηκου δανείου -συνομολογηθείσα σε ελβετικά φράγκα-, η οποία κηρύχθηκε άκυρη. Συγκεκριμένα, η εν λόγω σύμβαση περιείχε διάφορες ρήτρες σχετικά με τον τρόπο μετατροπής μεταξύ του ελβετικού φράγκου και του πολωνικού ζλότι, γι’ αυτό και οι ενάγοντες της κύριας δίκης αιτούνται στην αγωγή τους να κηρυχθεί άκυρη η επίδικη σύμβαση λόγω καταχρηστικότητας των ρητρών μετατροπής, να διαπιστωθεί ότι η σύμβαση δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς τις ρήτρες αυτές και να υποχρεωθεί η SBP να τους επιστρέψει το ποσό των 32.338 PLN (περίπου 76.956 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί στις μηνιαίες δόσεις που κατέβαλαν σε εκτέλεση της σύμβασης. Το Δικαστήριο με την πάγια νομολογία του έχει επισημάνει την υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα «προκειμένου να παύσει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από επαγγελματία με καταναλωτές», δεδομένης της σπουδαιότητας του δημοσίου συμφέροντος που συνίσταται στην προστασία των καταναλωτών, οι οποίοι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι των επαγγελματιών. Παράλληλα τονίζεται ότι ο εθνικός δικαστής υποχρεούται να μην εφαρμόσει καταχρηστική συμβατική ρήτρα η οποία επιβάλλει την πληρωμή μη οφειλόμενων, όπως αποδεικνύεται, ποσών. Καθότι η Οδηγία 93/13 δεν ρυθμίζει ακριβώς τις συνέπειες της ακυρότητας σύμβασης συναφθείσας μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή μετά την απάλειψη των καταχρηστικών ρητρών που περιέχει η σύμβαση αυτή, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τις συνέπειες μιας τέτοιας διαπίστωσης, οι οποίες θα πρέπει καταρχήν να συμφωνούν με το Δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, με τους σκοπούς που επιδιώκει η Οδηγία. Στην περίπτωση που ο καταναλωτής, μολονότι έλαβε από το αρμόδιο δικαστήριο τις πληροφορίες σχετικά με τις συνέπειες που ενδέχεται να έχει η ακύρωση της σύμβασης που συνήψε με τον επαγγελματία, αποφασίζει να μην αντιταχθεί στην ακύρωση της σύμβασης από το δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αποδοχή από το δικαστήριο του αιτήματος του επαγγελματία να συμψηφιστούν οι αντίστοιχες απαιτήσεις αμφοτέρων των συμβαλλομένων, οι οποίες απορρέουν από την ακύρωση της σύμβασης, δεν αντίκειται στην προστασία την οποία εγγυάται στον καταναλωτή η Οδηγία 93/13. Σημειώνεται ότι, μολονότι η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν απαγορεύει να επιβαρύνεται ο καταναλωτής με ορισμένα δικαστικά έξοδα όταν ασκεί αγωγή με αίτημα τη διαπίστωση του καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας, η Οδηγία 93/13 παρέχει στον καταναλωτή δικαίωμα να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου προκειμένου να διαπιστωθεί ο καταχρηστικός χαρακτήρας συμβατικής ρήτρας και να αποκλειστεί η εφαρμογή της. Το καθεστώς κατανομής των δικαστικών εξόδων της εν λόγω διαδικασίας δεν πρέπει να αποθαρρύνει τον καταναλωτή από την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Το ΔΕΕ έκρινε ότι οι διατάξεις των άρθρων 6 § 1 και 7 § 1 της Οδηγ. 93/13/ΕΟΚ έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε νομολογιακή ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας από καταναλωτή με αίτημα την ακύρωση της σύμβασης ενυπόθηκου δανείου που συνήψε με επαγγελματία και την επιστροφή των μηνιαίων δόσεων που κατέβαλε σε εκτέλεσή της, ο επαγγελματίας, ενώ ως κύριο ισχυρισμό προβάλλει ότι η σύμβαση είναι έγκυρη, μπορεί να εγείρει επικουρικώς ένσταση συμψηφισμού στηριζόμενη σε απαίτηση που αντιστοιχεί στο ποσό του ενυπόθηκου δανείου, υπό την προϋπόθεση, αφενός, ότι η απαίτηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ληξιπρόθεσμη προτού το αρμόδιο δικαστήριο ακυρώσει τη σύμβαση και, αφετέρου, ότι η αποδοχή μιας τέτοιας ένστασης δεν καταλήγει σε απόφαση επί των δικαστικών εξόδων δυνάμενη να αποτρέψει τον καταναλωτή από το να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχει η Οδηγία.


Σύνδεσμος

ΔΕΕ της 22.1.2026, C-902/24, Αίτηση προδικαστικής απόφασης, RM, EM κατά Santander Bank Polska S.A. - Πλήρες κείμενο »