27 Ιαν 2026
Το αιτούν δικαστήριο (Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο Πορτογαλίας) υπέβαλε στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης στο πλαίσιο της δίκης «LIPOR – Associação de Municípios para a Gestão Sustentável de Resíduos do Grande Porto, PreZero Portugal, S.A. κατά Semural Waste & Energy, S.A.», με αντικείμενο την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 63 § 1 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, αναφερόμενη στη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, και την κατάργηση της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ. Το έτος 2023, το διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης δήμων για τη βιώσιμη διαχείριση των αποβλήτων στην ευρύτερη περιοχή του Πόρτο (LIPOR) προκήρυξε ανοικτό διαγωνισμό υποβληθέντα σε διεθνή δημοσιότητα για την ανάθεση σύμβασης παροχής υπηρεσιών για τη μεταφορά και την υγειονομική ταφή, σε εγκατάσταση για μη επικίνδυνα απόβλητα, 75.000 τόνων αποβλήτων προερχομένων από μονάδα ανάκτησης ενέργειας. Στον εν λόγω διαγωνισμό, η PreZero υπέβαλε προσφορά ύψους 4.800.000€, ενώ η προσφορά της Semural ανερχόταν σε 4.794.500€, με αποτέλεσμα να καταταχθεί η PreZero στην πρώτη θέση, πριν από την προσφορά της Semural, ενέργεια την οποία η τελευταία αμφισβήτησε υποστηρίζοντας ότι η PreZero έπρεπε να είχε αποκλειστεί από την επίμαχη στην κύρια δίκη διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης λόγω παράβασης των κανόνων της προκήρυξης του διαγωνισμού. Το δικαστήριο αδυνατεί να κάνει δεκτό το επιχείρημα της PreZero, το οποίο συνίσταται στην εφαρμογή στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων της έννοιας της «οικονομικής ενότητας». Σύμφωνα δε με την πάγια νομολογία του ΔΕΕ, η διακριτή νομική προσωπικότητα μιας θυγατρικής εταιρίας δεν εμποδίζει τον καταλογισμό της συμπεριφοράς της στη μητρική της εταιρία, ιδίως όταν η θυγατρική αυτή, μολονότι έχει διακριτή νομική προσωπικότητα, δεν καθορίζει αυτοτελώς τον τρόπο κατά τον οποίο ενεργεί στην αγορά, αλλά εφαρμόζει κατ’ ουσίαν τις οδηγίες της μητρικής εταιρίας. Η τυπική διάκριση μεταξύ των εν λόγω εταιριών που προκύπτει από τη διακριτή νομική τους προσωπικότητα δεν αντιτάσσεται, από πλευράς εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού, στην ενιαία συμπεριφορά τους στην αγορά. Σημειώνεται ότι η έννοια της «οικονομικής ενότητας», όπως έχει κατά τη νομολογία διαμορφωθεί, έχει ως στόχο τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης από τις δημόσιες αρχές, αποτρέποντας τους μεγάλους ομίλους να χρησιμοποιούν τη σύσταση θυγατρικών εταιριών προκειμένου να αποφύγουν βαριές κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης των εν λόγω κανόνων, σκοπός, ωστόσο, ξένος προς το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων. Ενόψει του ότι το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων ερείδεται σε μια αντίληψη της έννοιας των «άλλων φορέων» που στηρίζεται στη νομική προσωπικότητα των ενδιαφερόμενων οικονομικών φορέων, για την εφαρμογή της Οδηγίας 2014/24, θυγατρική ανήκουσα κατά 100 % στη μητρική της εταιρεία εξακολουθεί να αποτελεί «άλλον φορέα» διακριτό από αυτήν. Δεδομένου ότι είναι εφαρμοστέα η αρχή της ελευθερίας απόδειξης, δεν μπορεί να απαιτείται από υποψήφιο ή προσφέροντα να υποβάλει στην αναθέτουσα αρχή το Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης (ΕΕΕΣ), τόσο για τον ίδιο, όσο και για καθέναν από τους φορείς στις ικανότητες των οποίων προτίθεται να στηριχθεί. Ωστόσο, ο οικονομικός φορέας μπορεί να αποφασίσει να προσκομίσει, αντί του ΕΕΕΣ, πιστοποιητικά εκδοθέντα από δημόσιες αρχές ή τρίτα μέρη τα οποία αποδεικνύουν ότι όχι μόνον ο ίδιος, αλλά και οι φορείς στις ικανότητες των οποίων προτίθεται να στηριχθεί, δεν εμπίπτουν σε λόγο αποκλεισμού προβλεπόμενο στο άρθρο 57 της Οδηγίας και/ή ότι πληρούν τα κριτήρια επιλογής που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 58 της Οδηγίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 63 § 1 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ έχει την έννοια ότι μητρική εταιρεία στηρίζεται στις ικανότητες άλλων φορέων όταν προτίθεται να χρησιμοποιήσει, για την εκτέλεση δημόσιας σύμβασης, τις ικανότητες θυγατρικής της οποίας κατέχει το σύνολο του κεφαλαίου. Επίσης κρίθηκε ότι το άρθρο 56 § 3 της Οδηγίας 2014/24 έχει την έννοια ότι μητρική εταιρεία που προτίθεται να στηριχθεί στις ικανότητες θυγατρικής, το σύνολο του κεφαλαίου της οποίας της ανήκει και ένας από τους διαχειριστές της οποίας είναι επίσης διαχειριστής της μητρικής εταιρείας, δεν μπορεί να αποκλειστεί από διαδικασία διαγωνισμού για τον λόγο και μόνον ότι δεν επισύναψε στην προσφορά της το Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης (ΕΕΕΣ) της θυγατρικής, καθόσον μια τέτοια παράλειψη μπορεί να τακτοποιηθεί, εφόσον η τακτοποίηση δεν απαγορεύεται από διάταξη του εθνικού δικαίου και πραγματοποιείται τηρουμένων των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας.