16 Ιουν 2017
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφασης της 14ης Ιουνίου 2017 (Υπόθεση C‑75/16, Livio Menini, Maria Antonia Rampanelli κατά Banco Popolare Società Cooperativa) έκρινε ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει, όσον αφορά στις ένδικες διαφορές στις οποίες εμπλέκονται καταναλωτές, ότι πρέπει υποχρεωτικώς να προηγείται διαμεσολάβηση πριν από οποιαδήποτε ένδικη προσφυγή.
Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ορισμός μιας διαδικασίας διαμεσολαβήσεως ως προϋποθέσεως του παραδεκτού ένδικης προσφυγής δύναται να αποδειχθεί συμβατός προς την αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τη συνδρομή των οποίων καλείται να εξακριβώσει ο εθνικός δικαστής. Τούτο ισχύει εφόσον η διαδικασία 1) δεν καταλήγει σε δεσμευτική για τα εμπλεκόμενα μέρη απόφαση, 2) δεν καθυστερεί ουσιωδώς την άσκηση ενδίκου βοηθήματος, 3) αναστέλλει την απόσβεση των οικείων δικαιωμάτων και 4) δεν προκαλεί σημαντικά έξοδα, εφόσον 5) η ηλεκτρονική οδός δεν αποτελεί το μοναδικό μέσο προσβάσεως στην εν λόγω διαδικασία συμβιβασμού και 6) είναι δυνατή η λήψη προσωρινών μέτρων σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι νομοθεσία, η οποία όχι μόνο έχει προβλέψει εξώδικη διαδικασία διαμεσολαβήσεως αλλά, επιπροσθέτως, έχει καταστήσει υποχρεωτική την προσφυγή σε αυτήν πριν την προσφυγή σε δικαστικό όργανο, δεν είναι ασύμβατη προς την οδηγία.
Αντίθετα, το Δικαστήριο τονίζει ότι δεν δύναται εθνική νομοθεσία να επιτάσσει να επικουρείται ο καταναλωτής που μετέχει σε διαδικασία ΕΕΔ υποχρεωτικώς από δικηγόρο.
Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η προστασία του δικαιώματος προσβάσεως στη Δικαιοσύνη συνεπάγεται ότι η απόσυρση του καταναλωτή από τη διαδικασία ΕΕΔ, με ή χωρίς εύλογη αιτία, δεν πρέπει ποτέ να έχει δυσμενείς συνέπειες για αυτόν στα επόμενα στάδια της διαφοράς. Εντούτοις, το εθνικό δίκαιο δύναται να προβλέπει κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμετοχής των μερών στη διαδικασία διαμεσολαβήσεως χωρίς εύλογη αιτία, υπό την προϋπόθεση ότι ο καταναλωτής δύναται να αποσυρθεί μετά την πρώτη συνάντηση με τον διαμεσολαβητή.