Πρόσφατη νομολογία


7 Ιουν 2021

ΔΕΕ C‑650/18: Επιβεβαίωση από το ΔΕΕ της ύπαρξης σαφούς κινδύνου για σοβαρή παραβίαση από την Ουγγαρία των αξιών της Ένωσης

Στις 12 Σεπτεμβρίου 2018, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα σχετικά με πρόταση να κληθεί το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαπιστώσει, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ 2, την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από την Ουγγαρία των κοινών αξιών στις οποίες θεμελιώνεται η Ένωση. Η δήλωση αυτή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ, η οποία μπορούσε να καταλήξει στην αναστολή ορισμένων δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιδιότητα του εν λόγω κράτους ως μέλους της Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 354 ΣΛΕΕ, η έγκριση του εν λόγω ψηφίσματος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απαιτούσε την πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψηφισάντων, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των μελών που το απαρτίζουν. Η Ουγγαρία θεώρησε ότι, κατά τον υπολογισμό των ψηφισάντων, το Κοινοβούλιο όφειλε να λάβει υπόψη τις αποχές και άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση του ψηφίσματος. Το άρθρο 269 ΣΛΕΕ, το οποίο προβλέπει περιορισμένη δυνατότητα άσκησης προσφυγής για την ακύρωση των πράξεων που εκδίδει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ή το Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ, δεν αποκλείει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπό κρίση προσφυγής. Πράγματι, εξαρτώντας το εν λόγω δικαίωμα προσφυγής από προϋποθέσεις αυστηρότερες από εκείνες που επιβάλλει το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, το άρθρο 269 ΣΛΕΕ συνεπάγεται περιορισμό της γενικής αρμοδιότητας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και πρέπει, ως εκ τούτου, να ερμηνεύεται στενά. Επιπλέον, στο άρθρο 269 ΣΛΕΕ δεν μνημονεύονται τα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου που εκδίδονται βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Επομένως, οι συντάκτες των Συνθηκών δεν είχαν την πρόθεση να αποκλείσουν πράξεις όπως το προσβαλλόμενο ψήφισμα από τη γενική αρμοδιότητα που το άρθρο 263 ΣΛΕΕ αναγνωρίζει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξάλλου, μια τέτοια ερμηνεία συμβάλλει στην τήρηση της αρχής σύμφωνα με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί Ένωση δικαίου που έχει καθιερώσει πλήρες σύστημα ενδίκων βοηθημάτων και διαδικασιών με το οποίο ανατίθεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Περαιτέρω, το προσβαλλόμενο ψήφισμα συνιστά πράξη δεκτική προσφυγής, παράγει δε δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα από της εγκρίσεώς του. Δεν αποτελεί ενδιάμεση πράξη της οποίας η νομιμότητα θα μπορούσε να αμφισβητηθεί μόνον στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με την οριστική πράξη της οποίας αποτελεί προπαρασκευαστικό στάδιο. Ωστόσο, ορισμένες ειδικές προϋποθέσεις, οι οποίες προβλέπονται από το άρθρο 269 ΣΛΕΕ και στις οποίες υπόκειται η άσκηση προσφυγής για την ακύρωση της διαπίστωσης του Συμβουλίου που ενδέχεται να εκδοθεί μετά από αιτιολογημένη πρόταση του Κοινοβουλίου όπως το προσβαλλόμενο ψήφισμα, πρέπει επίσης να εφαρμόζονται στην περίπτωση προσφυγής ακυρώσεως η οποία στρέφεται, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, κατά τέτοιας αιτιολογημένης πρότασης, διότι σε διαφορετική περίπτωση το άρθρο 269 ΣΛΕΕ θα στερούνταν την πρακτική του αποτελεσματικότητα. Επομένως, η τελευταία αυτή προσφυγή μπορεί να ασκηθεί μόνον από το κράτος μέλος το οποίο αφορά η αιτιολογημένη πρόταση και οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται προς στήριξη τέτοιας προσφυγής μπορούν να αφορούν μόνον παράβαση των διαδικαστικών επιταγών του άρθρου 7 ΣΕΕ. Οι Συνθήκες δεν περιέχουν ορισμό της έννοιας των «ψηφισάντων», κατά το άρθρο 354, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, και ότι η αυτοτελής αυτή έννοια του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα. Η έννοια όμως αυτή, κατά το σύνηθες νόημά της, περιλαμβάνει μόνον τους εκφρασθέντες με θετική ή αρνητική ψήφο επί ορισμένης πρότασης, ενώ οι απέχοντες, καθόσον η αποχή πρέπει να γίνει αντιληπτή ως άρνηση τοποθέτησης, δεν μπορούν να εξομοιωθούν με τους «ψηφίσαντες». Επομένως, ο κανόνας του άρθρου 354, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο οποίος επιβάλλει ψηφοφορία με πλειοψηφία των ψηφισάντων, έχει την έννοια ότι αποκλείει τον συνυπολογισμό των απεχόντων. Δεδομένου οι πράξεις που εκδίδει το Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, ΣΕΕ πρέπει να εξασφαλίζουν ταυτόχρονα τη συμφωνία των δύο τρίτων των ψηφισάντων και τη συμφωνία της πλειοψηφίας των μελών του Κοινοβουλίου, εν πάση περιπτώσει, οι αποχές λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να εξακριβωθεί αν οι υπερψηφίσαντες αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των μελών που απαρτίζουν το Κοινοβούλιο. Τέλος, ο αποκλεισμός των απεχόντων από τον υπολογισμό των ψηφισάντων, κατά την έννοια του άρθρου 354, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν είναι αντίθετος ούτε προς τη δημοκρατική αρχή ούτε προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του γεγονότος ότι οι βουλευτές που απείχαν από την ψηφοφορία ενήργησαν εν γνώσει της κατάστασης, διότι είχαν προηγουμένως ενημερωθεί για το ότι οι απέχοντες δεν επρόκειτο να συνυπολογιστούν στους ψηφίσαντες.


Σύνδεσμος

ΔΕΕ της 3.6.2021, C‑650/18, προσφυγή ακυρώσεως, Ουγγαρία κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου - Πλήρες κείμενο »