18 Μαρ 2026
Το αιτούν δικαστήριο, Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο Βουλγαρίας, κατέθεσε στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης, στο πλαίσιο της δίκης «K. M. H. κατά Obshtina Stara Zagora», με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 9 ΣΕΕ, των άρθρων 8, 10 και 21 ΣΛΕΕ καθώς και του άρθρου 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ η ένδικη διαφορά αναφέρεται στο αίτημα του Κ.Μ.Η., ατόμου ως ανδρικού φύλου, να αναγνωριστεί δικαστικώς ότι είναι άτομο γυναικείου φύλου, με το να διαταχθεί η αλλαγή του κύριου ονόματος, του πατρώνυμου και του επωνύμου της, καθώς και να περιληφθεί η αλλαγή αυτή στη ληξιαρχική πράξη γέννησής της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτούντος δικαστηρίου, το ίδιο δεσμεύεται από την ερμηνευτική απόφαση 2/20 της ολομέλειας των πολιτικών τμημάτων του Varhoven kasatsionen sad (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου), από την οποία προκύπτει ότι το ουσιαστικό δίκαιο που ισχύει στη Βουλγαρία δεν προβλέπει τη δυνατότητα τροποποίησης των στοιχείων σχετικά με το φύλο, το όνομα και τον προσωπικό αριθμό πολίτη που περιλαμβάνονται στις ληξιαρχικές πράξεις προσώπου το οποίο δηλώνει ότι είναι διεμφυλικό άτομο. Η δε εν λόγω ερμηνευτική απόφαση βρίσκει έρεισμα και σε απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου Βουλγαρίας (2021), δυνάμει της οποίας κρίθηκε ότι ο όρος «φύλο», κατά την έννοια του βουλγαρικού Συντάγματος, πρέπει να νοείται ως αναφερόμενος αποκλειστικά και μόνο στη βιολογική του διάσταση, λόγω των ηθικών και/ή θρησκευτικών κανόνων και αρχών που πρέπει να υπερισχύουν του συμφέροντος των διεμφυλικών ατόμων. Επισημαίνεται ότι το άρθρο 4 § 3 της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη, ενεργώντας σύμφωνα με το δίκαιό τους, να εκδίδουν ή να ανανεώνουν στους υπηκόους τους δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο που αναγράφει την ιθαγένειά τους προκειμένου να καταστεί δυνατόν σε αυτούς να ασκήσουν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής εντός του εδάφους των κρατών μελών. Στο παρόν στάδιο εξέλιξης του δικαίου της Ένωσης, η προσωπική κατάσταση, στην οποία περιλαμβάνονται οι κανόνες σχετικά με την αλλαγή επωνύμου, πατρώνυμου, κύριου ονόματος ή ταυτότητας φύλου ενός προσώπου, αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι κάθε κράτος μέλος δεν οφείλει να συμμορφώνεται προς το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως προς τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με το δικαίωμα που αναγνωρίζεται σε κάθε πολίτη της Ένωσης να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών. Συνεπώς, η άρνηση ενός κράτους μέλους να αναγνωρίσει την αλλαγή ταυτότητας φύλου που πραγματοποιήθηκε κατ’ εφαρμογήν των προβλεπόμενων προς τούτο διαδικασιών στο κράτος μέλος στο οποίο ο οικείος πολίτης της Ένωσης άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών, μπορεί να παρακωλύσει την άσκηση του δικαιώματος αυτού, ανεξαρτήτως του αν η αλλαγή αυτή συνδέεται με αλλαγή επωνύμου ή κύριου ονόματος. Δεδομένης της νομολογιακής αναγνώρισης ότι σε πολλές συναλλαγές της καθημερινής ζωής, τόσο σε δημόσιο όσο και σε ιδιωτικό επίπεδο, απαιτείται η απόδειξη της ταυτότητας, συνήθως μέσω διαβατηρίου ή δελτίου ταυτότητας, καθώς επίσης και της παραδοχής ότι, λόγω της ασυμφωνίας μεταξύ της εμφάνισης ενός προσώπου και των στοιχείων σχετικά με το φύλο που αναγράφονται στο δελτίο ταυτότητας ή στο διαβατήριό του είναι επόμενο να υποχρεωθεί το εν λόγω πρόσωπο να άρει τις αμφιβολίες που δημιουργούνται όσον αφορά την ταυτότητά του καθώς και τη γνησιότητα του δελτίου ταυτότητας που προσκομίζει ή την πιστότητα του περιεχομένου του, γεγονός που ενδέχεται να παρακωλύει την άσκηση του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 21 ΣΛΕΕ. Τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 ΧΘΔ έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με εκείνα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, το οποίο συνιστά ελάχιστο όριο προστασίας της ταυτότητας φύλου ενός προσώπου, ως συστατικό στοιχείο και ως μία από τις πιο προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής του. Κρίνεται ότι η επίδειξη ανοχής έναντι δυσμενούς διάκρισης λόγω της διαφοράς μεταξύ του βιολογικού φύλου και της ταυτότητας φύλου, θα προσέκρουε στον σεβασμό της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας, τον οποίο μπορεί να αξιώνει ένα διεμφυλικό άτομο και τον οποίο πρέπει να διασφαλίζει το Δικαστήριο, ενώ τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να τροποποιούν, αν παρίσταται ανάγκη, την πάγια νομολογία τους σε περίπτωση που αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου η οποία δεν συμβιβάζεται με το δίκαιο της Ένωσης, ακόμη και αν αυτή προέρχεται από ανώτερο δικαστήριο. Το ΔΕΕ έκρινε ότι το άρθρο 21 ΣΛΕΕ και το άρθρο 4 § 3 Οδηγ. 2004/38/ΕΚ έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους η οποία δεν επιτρέπει την τροποποίηση των στοιχείων σχετικά με το φύλο, όπως το βιολογικό φύλο, το επώνυμο, το πατρώνυμο, το κύριο όνομα και ο προσωπικός αριθμός πολίτη, που έχουν καταχωριστεί στο εθνικό ληξιαρχικό μητρώο υπηκόου του εν λόγω κράτους μέλους ο οποίος άσκησε το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής σε άλλο κράτος μέλος. Τέλος, το δίκαιο της Ένωσης έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει να δεσμεύεται δικαστήριο κράτους μέλους από την ερμηνεία εθνικής ρύθμισης στην οποία προέβη το εθνικό συνταγματικό δικαστήριο και η οποία ενδέχεται να αποτελεί νομικό κώλυμα για την καταχώριση τροποποίησης των στοιχείων σχετικά με το φύλο στο ληξιαρχικό μητρώο του εν λόγω κράτους μέλους, κατά τρόπο προδήλως αντίθετο προς την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης.