Πρόσφατη νομολογία


7 Ιαν 2026

ΔΕΕ C-417/23: Αντίθετη με το Δίκαιο της ΕΕ η μείωση ποσοστού κατοικιών δημόσιας στέγασης με βάση το ποσοστό “μεταναστών και κατιόντων τους από μη δυτικές χώρες”

Το αιτούν δικαστήριο (ανώτερο δικαστήριο ανατολικής περιφέρειας Δανίας), στο πλαίσιο των δικών «Slagelse Almennyttige Boligselskab, Afdeling Schackenborgvænge κατά MV και άλλων» και «XM και άλλοι κατά Social-, Bolig- og Ældreministeriet», κατέθεσε στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 2 § 2 στοιχ. αʹ και βʹ της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής. Η εν λόγω αίτηση υπεβλήθη στο πλαίσιο πέντε διαφορών μεταξύ, όσον αφορά τις τέσσερις πρώτες, του δημόσιου οργανισμού στέγασης Slagelse Almennyttige Boligselskab, Afdeling Schackenborgvænge, ως εκμισθωτή, και πέντε μισθωτών κατοικιών δημόσιας στέγασης για οικογένειες και, όσον αφορά την πέμπτη διαφορά, έντεκα μισθωτών κατοικιών δημόσιας στέγασης για οικογένειες και του Social-, Bolig- og Ældreministeriet (υπουργείου κοινωνικών υποθέσεων, στεγαστικής πολιτικής και τρίτης ηλικίας, Δανία), σχετικά με εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση κατάρτισης χωροταξικών σχεδίων με σκοπό τη μείωση του ποσοστού των κατοικιών δημόσιας στέγασης για οικογένειες στις οικιστικές περιοχές που χαρακτηρίζονται από το ότι κατά την τελευταία πενταετία το ποσοστό των «μεταναστών και κατιόντων τους από μη δυτικές χώρες» υπερέβη το 50%. Η στατιστική υπηρεσία της Δανίας ορίζει τον «μετανάστη» ως πρόσωπο γεννηθέν στην αλλοδαπή και του οποίου κανένας από τους γονείς δεν είναι, συγχρόνως, Δανός υπήκοος γεννηθείς στη Δανία, ενώ ορίζει τον «κατιόντα» ως πρόσωπο γεννηθέν στη Δανία και του οποίου κανένας από τους γονείς δεν είναι, συγχρόνως, Δανός υπήκοος γεννηθείς στη Δανία ή του οποίου οι γονείς, μολονότι γεννήθηκαν στη Δανία και απέκτησαν τη δανική ιθαγένεια, διατηρούν αμφότεροι την ιθαγένεια άλλου κράτους. Λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του δανικού συστήματος κατοικιών δημόσιας στέγασης για οικογένειες, η έναντι αμοιβής διάθεση κατοικιών στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος έχει τον χαρακτήρα οικονομικής δραστηριότητας και, συνεπώς, δεν εμπίπτει στις «κοινωνικές υπηρεσίες» που σχετίζονται με την κοινωνική στέγαση. Το δικαίωμα στον σεβασμό της κατοικίας αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται στον ΧΘΔ και στην ΕΣΔΑ, ενώ από τη νομολογία του ΕΔΔΑ προκύπτει ότι η απώλεια κατοικίας συνιστά μία από τις σοβαρότερες προσβολές του δικαιώματος σεβασμού της κατοικίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης, στην πραγμάτωση της οποίας αποσκοπεί η Οδηγία 2000/43, δεν έχει εφαρμογή σε συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων, αλλά εφαρμόζεται σε σχέση με τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1 αυτής, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της και σε πρόσωπα τα οποία, μολονότι δεν ανήκουν τα ίδια στην οικεία φυλή ή εθνοτική ομάδα, εντούτοις, υφίστανται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή ή περιέρχονται σε μειονεκτική θέση για έναν από αυτούς τους λόγους. Σημειώνεται ότι αν δεν υπάρχει διαθέσιμη εναλλακτική στέγαση, η επέμβαση στο δικαίωμα είναι σοβαρότερη σε σχέση με το αν υπήρχε, δεδομένου ότι η καταλληλότητά της εκτιμάται υπό το πρίσμα, μεταξύ άλλων, των ειδικών αναγκών του ενδιαφερομένου. Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 2 § 2 στοιχ. αʹ και βʹ της Οδηγίας 2000/43/ΕΚ έχει την έννοια ότι εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει την υποχρέωση κατάρτισης χωροταξικών σχεδίων με σκοπό τη μείωση του ποσοστού των κατοικιών δημόσιας στέγασης για οικογένειες σε οικιστικές περιοχές που χαρακτηρίζονται, μεταξύ άλλων, από το ότι, κατά τα πέντε τελευταία έτη, το ποσοστό των «μεταναστών και κατιόντων τους από μη δυτικές χώρες» που κατοικούν στις περιοχές αυτές υπερέβη το 50 % συνιστά άμεση διάκριση, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 2 § 2 στοιχείο αʹ, εφόσον αποδεικνύεται ότι η θέσπιση της εν λόγω ρύθμισης θεμελιώνεται στην εθνοτική καταγωγή της πλειονότητας των κατοίκων των εν λόγω οικιστικών περιοχών και ότι η ίδια ρύθμιση έχει ως συνέπεια να υφίσταται το σύνολο των κατοίκων των περιοχών αυτών λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση από εκείνη της οποίας τυγχάνουν οι κάτοικοι παρόμοιων οικιστικών περιοχών, όπου όμως το ποσοστό των «μεταναστών και κατιόντων τους από μη δυτικές χώρες» δεν υπερέβη το 50 %. Επιπλέον συνιστά έμμεση διάκριση, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 2 § 2 στοιχείο βʹ, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ρύθμιση, αφενός, μολονότι διατυπώνεται ή εφαρμόζεται φαινομενικά κατά τρόπο ουδέτερο, δηλαδή λαμβανομένων υπόψη παραγόντων διαφορετικών από την εθνοτική καταγωγή, έχει ως αποτέλεσμα να περιάγει σε μειονεκτική θέση πρόσωπα που ανήκουν σε ορισμένες εθνοτικές ομάδες, και, αφετέρου, δεν είναι σύμφωνη, υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου επιτακτικού σκοπού γενικού συμφέροντος, προς την αρχή της αναλογικότητας.


Σύνδεσμος

ΔΕΕ της 18.12.2025, C-417/23 Αίτηση προδικαστικής απόφασης, Slagelse Almennyttige Boligselskab, Afdeling Schackenborgvænge κατά MV κ.α., XM κ.α. κατά Social-, Bolig- og Ældreministeriet - Πλήρες κείμενο »