Πρόσφατη νομολογία


27 Μαρ 2026

ΔΕΕ C-363/24: Έννοια «προνομιακής» & «συγκεκριμένης» πληροφορίας σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που περιλαμβάνει κατάλογο ατόμων με προνομιακές πληροφορίες

Το αιτούν δικαστήριο (Ανώτατο Δικαστήριο Σουηδίας) υπέβαλε στο ΔΕΕ αίτηση προδικαστικής απόφασης στο πλαίσιο της δίκης «Finansinspektionen κατά Carnegie Investment Bank AB», με αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 7 § 2 Καν. (ΕΕ) 596/2014 και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ και των Οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ, στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Αρχής Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας Σουηδίας και της «Carnegie», τράπεζας εγκατεστημένης στη Σουηδία, αναφορικά με αίτημα της εν λόγω αρχής να υποχρεωθεί η Carnegie στην καταβολή προστίμου λόγω παράβασης της απαγόρευσης της κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών. Ειδικότερα, η Αρχή Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας άσκησε αγωγή κατά της Carnegie με αίτημα να υποχρεωθεί η τράπεζα αυτή στην καταβολή προστίμου ύψους περίπου 3.045.000€, λόγω παράβασης της απαγόρευσης κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών, υποστηρίζοντας ότι, με τη λήψη του ηλεκτρονικού μηνύματος της 15ης Νοεμβρίου 2018, η Carnegie απέκτησε πρόσβαση σε προνομιακές πληροφορίες κατά τον χρόνο της πώλησης των μετοχών της Starbreeze. Το αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή, κρίνοντας ότι οι περιεχόμενες στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου πληροφορίες συνιστούσαν προνομιακές, που ερμηνεύονταν ως αρνητικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες, οι οποίες αφορούσαν τη Starbreeze. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η έννοια της «προνομιακής πληροφορίας» περιλαμβάνει τέσσερα ουσιώδη στοιχεία, και ειδικότερα το ότι πρόκειται για πληροφορία συγκεκριμένη και που δεν έχει δημοσιοποιηθεί, καθώς και ότι η πληροφορία αφορά, άμεσα ή έμμεσα, ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα ή τους εκδότες τους, η οποία, αν δημοσιοποιούνταν, θα μπορούσε να επηρεάσει αισθητά την τιμή των οικείων χρηματοπιστωτικών μέσων ή την τιμή των συνδεόμενων με αυτά παράγωγων μέσων. Ως «συγκεκριμένη» πληροφορία νοείται εκείνη που πληροί δύο προϋποθέσεις, ήτοι, αφενός, περιλαμβάνει αναφορά σε κατάσταση η οποία υφίσταται ή ευλόγως αναμένεται να υπάρξει ή αναφορά σε γεγονός που έχει συμβεί ή ευλόγως αναμένεται να υπάρξει και, αφετέρου, είναι επαρκώς συγκεκριμένη ώστε να επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την πιθανή επίδραση αυτής της κατάστασης ή αυτού του γεγονότος στις τιμές των χρηματοπιστωτικών μέσων ή των συνδεομένων με αυτά παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων. Όπως κρίνεται, ανακοίνωση η οποία έχει ως αντικείμενο τη συμπερίληψη ενός τέτοιου προσώπου στον κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες ενός εκδότη δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, αυτή καθεαυτήν και ελλείψει πρόσθετων διευκρινίσεων σχετικών με το πλαίσιο εντός του οποίου πραγματοποιήθηκε η συμπερίληψη του προσώπου στον κατάλογο, να επηρεάσει την τιμή των οικείων χρηματοπιστωτικών μέσων και, ακολούθως, να πληροί την προϋπόθεση κατά την οποία για να είναι μια πληροφορία «προνομιακή», κατά την έννοια του Κανονισμού, πρέπει η πληροφορία αυτή να είναι ικανή να επιδράσει σημαντικά στην τιμή αυτή. Ο σκοπός της επαλήθευσης του επαρκώς συγκεκριμένου χαρακτήρα της επίμαχης πληροφορίας συνίσταται στο να καθοριστεί αν η πληροφορία είναι επαρκώς συγκεκριμένη ώστε, σε περίπτωση δημοσιοποίησής της, να μπορεί να επιδράσει σημαντικά στην τιμή των χρηματοπιστωτικών μέσων που αφορά ή στην τιμή των συνδεόμενων με αυτά παράγωγων μέσων. Παράλληλα, το ΔΕΕ με τη νομολογία του έχει κρίνει ότι πληροφορία η οποία, αν δημοσιοποιούνταν, θα μπορούσε να «επιδράσει σημαντικά» στην τιμή των οικείων τίτλων, πρέπει, κατά κανόνα, να θεωρείται ότι πληροί επίσης την προϋπόθεση περί «συγκεκριμένης» πληροφορίας, η οποία προβλέπεται στη διάταξη αυτή, διότι μια πληροφορία δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να έχει τέτοια επίδραση αν η ίδια η πληροφορία δεν είναι συγκεκριμένη. Η δε έννοια της «προνομιακής πληροφορίας» πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο αντικειμενικό, αποκλείοντας την εκτίμηση του εκδότη ως προς το αν μια πληροφορία είναι «προνομιακή», όπως και το αν η εκτίμηση αυτή είναι ορθή ή εσφαλμένη, διότι αποτελούν, κατ’ αρχήν, περιστάσεις οι οποίες δεν ασκούν επιρροή προκειμένου να κριθεί αν η επίμαχη πληροφορία εμπίπτει στην έννοια αυτή. Τέλος, το γεγονός ότι μια πληροφορία αποδείχθηκε ανακριβής δεν σημαίνει ότι η πληροφορία δεν ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθεί από έναν επενδυτή κατά τη λήψη των επενδυτικών του αποφάσεων εάν, παρά την ανακρίβειά της, φαινόταν πιθανή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 7 § 2 Καν. 596/2014 έχει την έννοια ότι για τον χαρακτηρισμό μιας πληροφορίας ως «προνομιακής», μπορεί να συνιστά «συγκεκριμένη» πληροφορία η ανακοίνωση εκδότη με την οποία δηλώνεται ότι ένα πρόσωπο συμπεριλήφθηκε σε κατάλογο προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και ότι δεν του επιτρέπεται να πωλεί τις μετοχές του εκδότη αυτού, ακόμη και αν ο λόγος για τον οποίο το πρόσωπο αυτό συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο δεν προκύπτει από την ανακοίνωση, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να αποδειχθεί ότι ένας συνετός επενδυτής θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την ανακοίνωση ως πληροφορία την οποία συνεκτιμά κατά τη λήψη των επενδυτικών του αποφάσεων, με αποτέλεσμα ο επενδυτής που είναι κάτοχος της πληροφορίας να αποκομίσει όφελος, εις βάρος εκείνων που την αγνοούν, περιερχόμενος σε πλεονεκτική θέση έναντι των λοιπών επενδυτών για τη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων. Συνάμα, το άρθρο 7 § 1 Καν. 596/2014 έχει την έννοια ότι προκειμένου να κριθεί αν μια ανακοίνωση συνιστά «προνομιακή πληροφορία», κατά τη διάταξη αυτή, πρέπει να εξακριβωθεί αν κάνει μνεία κατάστασης ή συγκεκριμένου και αξιοσημείωτου γεγονότος στο σύνολό του που έχουν ήδη υπάρξει ή ενδέχεται να επέλθουν και που ευλόγως αναμένονται. Προς τούτο, πληροφορία η οποία, κατόπιν εκ των υστέρων έρευνας, αποδεικνύεται εσφαλμένη, μπορεί παρά ταύτα να συνιστά «προνομιακή πληροφορία», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν δύναται να αποδειχθεί ότι, κατά τον χρόνο της δημοσιοποίησής της, μπορούσε να θεωρηθεί ευλογοφανής και ήταν ικανή να παράσχει στον κάτοχό της οικονομικό πλεονέκτημα έναντι των λοιπών επενδυτών για τη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων.


Σύνδεσμος

ΔΕΕ της 19.3.2026, C-363/24 Αίτηση προδικαστικής απόφασης, Finansinspektionen κατά Carnegie Investment Bank AB - Πλήρες κείμενο »