14 Αυγ 2026
Ποινική διαπραγμάτευση∙ ουδεμία αποδεικτική διαδικασία λαμβάνει χώρα ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου για τη διαπίστωση της ενοχής του κατηγορουμένου, η ομολογία της οποίας από αυτόν αποτελεί προϋπόθεση για την σύνταξη του πρακτικού της ποινικής διαπραγμάτευσης, η δε δικαιοδοτική εξουσία του δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου ή Μονομελούς Πλημμελειοδικείου) εξαντλείται στην επικύρωση του πρακτικού διαπραγμάτευσης και δεν δικαιοδοτεί αυτό ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου αλλά ως προς τη διάρκεια της ποινής, για την επιμέτρηση της οποίας εφαρμόζει τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, δυνάμενο να επιβάλει ποινή μικρότερη από τη συμφωνηθείσα μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου και πάντως όχι υπερβαίνουσα αυτήν, καθώς επίσης ερευνά αυτεπαγγέλτως τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β' (οριστική παύση ποινικής δίωξης) και γ' (κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξης) του ΚΠΔ και τέλος δικαιούται να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου. Αναιρείται η πληττόμενη, λόγω θετικής υπέρβασης εξουσίας, καθώς πλημμελώς αναβλήθηκε η υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις.